Αμερικανικές τράπεζες: Ο χορός των κερδών πάνω στην κινούμενη άμμο

Όπως γίνεται παραδοσιακά εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Wall Street, έτσι και φέτος οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες ξεκίνησαν τον χορό της ανακοίνωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων των εταιρειών που είναι εισηγμένες στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Προχθές Τρίτη ξεκίνησαν η JPMorgan Chase (JPM NYSE), Wells Fargo (WFC NYSE), Citigroup (C NYSE) και η Goldman Sachs (GS NYSE).
Και χθες την σκυτάλη πήραν η Bank of America (BAC NYSE) και η Morgan Stanley (MS NYSE). Σε γενικές γραμμές, δεν τα πήγαν άσχημα. Τα κέρδη ήταν πολύ ισχυρά με μεγάλη βοήθεια από τα τμήματα διαχείρισης κεφαλαίων, με τα υπό διαχείριση κεφάλαια να ανέρχονται σε επίπεδα ρεκόρ, πράγμα μάλλον φυσιολογικό αφού συνεχίζεται η άνοδος στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, όπως δείχνει η πορεία των μεγάλων χρηματιστηριακών δεικτών.
Πολύ δυνατή ήταν και η πορεία των δραστηριοτήτων επενδυτικής τραπεζικής, κάτι που επίσης φαίνεται λογικό δεδομένης της μεγάλης κινητικότητας στον τομέα των εξαγορών, συγχωνεύσεων και εταιρικών μετασχηματισμών. Σημαντική ήταν και η βοήθεια από τα τμήματα trading των τραπεζών, δηλαδή τα τμήματα που προσπαθούν να πετύχουν σημαντικές αποδόσεις κινούμενα μέσα στις διεθνείς αγορές.
Εντύπωση έκανε σε αυτόν τον τομέα το γεγονός πως σε αντίθεση με ό,τι γίνεται συνήθως, τα μεγαλύτερα κέρδη από τις αγοραπωλησίες αξιών ήρθαν από το trading σε μετοχικές αξίες, τα οποία ξεπέρασαν αυτά από τις αγοραπωλησίες ομολόγων που συνήθως είναι μεγαλύτερα.
Ενθαρρυντικά ήταν τα πράγματα και στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, όπου υπάρχει εδώ και καιρό εύλογη ανησυχία σχετικά με την αντίδραση των καταναλωτών στην αύξηση του πληθωρισμού και του κόστους ζωής και στην άνοδο των επιτοκίων αναφοράς της Fed. Όπως είδαμε σε προχθεσινό άρθρο του Barron’s μετά την ανακοίνωση της πρώτης φουρνιάς τραπεζικών αποτελεσμάτων, οι επισφάλειες στον τομέα των πιστωτικών καρτών δεν έχουν δείξει σημάδια ανόδου. Και στις τρεις τράπεζες που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα (η Goldman Sachs δεν το κάνει), οι αρμόδιοι αξιωματούχοι δήλωσαν στους αναλυτές πως οι πελάτες τους αντιμετωπίζουν σχετικά άνετα τα προβλήματα που προαναφέραμε και πως δεν υπάρχουν ενδείξεις δυσκολιών.
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνουμε, όπως άλλωστε έκανε και το Barron’s, πως εδώ και μερικά χρόνια οι μεγάλες τράπεζες που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ έχουν κάνει μία συνειδητή στροφή προς τους πελάτες υψηλότερων εισοδημάτων. Αυτό ίσως σημαίνει πως η εικόνα που έχουν για την συμπεριφορά των καταναλωτών και κατ’ επέκταση για την υγεία της οικονομίας, ίσως να μην είναι πλήρως αντιπροσωπευτική του τι γίνεται στο σύνολο της οικονομίας. Αυτό μας δίνει την ευκαιρία να θυμίσουμε μία συζήτηση που είχαμε προ ημερών (Θεωρητικά φθηνή αλλά στο έλεος της Τεχνητής Νοημοσύνης, μαζί με την οικονομία | Liberal.gr) σχετικά με την μεγάλη διαφορά της οικονομικής κατάστασης των οικονομικά εύρωστων Αμερικανών πολιτών και ειδικά αυτών που έχουν και επενδυτικά χαρτοφυλάκια σημαντικής αξίας από αυτήν των οικονομικά ασθενέστερων που δεν διαθέτουν χαρτοφυλάκια.
Ίσως σε μερικές μέρες που θα έρθουν και τα οικονομικά αποτελέσματα των περιφερειακών τραπεζών, να φανεί αυτό το χάσμα και σε κάποιες από αυτές τις τράπεζες που απευθύνονται σε πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα πελατών. Μέχρι τώρα πάντως, για τις τράπεζες που έχουν μιλήσει στην Wall Street, τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και θετικά στον τομέα της καταναλωτικής πίστης. Εδώ όμως είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κάτι που είπε ο Jeremy Barnum της JPMorgan Chase μιλώντας στους αναλυτές, αφού απέδωσε την καλή κατάσταση των καταναλωτών στην υγιή αγορά εργασίας.
Ο υψηλόβαθμος αξιωματούχος της μεγαλύτερης σε χρηματιστηριακή αξία τράπεζας δήλωσε πως αν η κεντρική τράπεζα αποφασίσει να «κρυώσει» λίγο την οικονομία για να χτυπήσει τον πληθωρισμό μέσα από ένα πρόγραμμα σημαντικής ανόδου των επιτοκίων αναφοράς, τότε τα πράγματα λογικά θα αλλάξουν σαφώς προς το χειρότερο, καθώς λογικά τα υψηλότερα επιτόκια θα οδηγήσουν σε αύξηση της ανεργίας.
Ας μείνουμε όμως στην JPMorgan Chase και στον άνθρωπο που την διευθύνει από τον Ιανουάριο του 2026 την μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα. Ο Τζέιμι Ντάιμον μας έχει συνηθίσει σε μία αρκετά συνετή θεώρηση των πραγμάτων, σε σημείο που για πολλούς να θεωρείται καταστροφολόγος. Οι παλαιότεροι από εμάς θυμούνται βέβαια πως αυτό ακριβώς το στοιχείο του προφύλαξε την τράπεζά του από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 την ώρα που πολλές άλλες γονάτισαν ή κατέρρευσαν. Στα πλαίσια λοιπόν των ανακοινώσεων για την πορεία της τράπεζας, ο Ντάιμον είπε πως οι επιχειρηματικές επενδύσεις και το γεγονός πως οι καταναλωτές εξακολουθούν να ξοδεύουν είναι τα καύσιμα της αμερικανικής οικονομίας.
Πρόσθεσε όμως πως τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, ο επίμονος πληθωρισμός, οι πολύ υψηλές τιμές των περιουσιακών στοιχείων, τα αυξανόμενα επιτόκια και οι γεωπολιτικές συνθήκες εξακολουθούν να κινούνται συνεχώς κάτω από την επιφάνεια. Για να συνεχίσει λέγοντας πως αυτές οι δυνάμεις μπορεί να είναι αντιμετωπίσιμες και να τελειώσει επισημαίνοντας πως η τράπεζα παραμένει προετοιμασμένη για ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων.
Προφανώς δεν είναι ο μόνος που έχει αυτές τις ανησυχίες αλλά η θέση του δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε όσα είπε, τα οποία λίγο πολύ απασχολούν όλους μας όλο και περισσότερο. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για σοβαρά ζητήματα αλλά και γιατί τα πράγματα σε όλα τα παραπάνω μέτωπα δεν φαίνεται να καλυτερεύουν τους τελευταίους μήνες. Και, κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό, όλα τα παραπάνω είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, προκαλούν αυξήσεις των επιτοκίων αναφοράς και βάζουν όλο και περισσότερα εμπόδια στην επιχειρηματική δραστηριότητα, πιέζοντας ταυτόχρονα τους καταναλωτές. Η κακή δημοσιονομική κατάσταση σε πολλές μεγάλες οικονομικές δυνάμεις προκαλεί άνοδο στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και, αν αυτό συνεχιστεί, θα προκαλέσει το ίδιο και στις αποδόσεις των εταιρικών, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις ακόμα και αν δεν ανεβούν τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτά θα αρχίσουν να απειλούν σοβαρά τον βασικό πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων τριών ετών, δηλαδή τις επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, οι οποίες έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στην άνοδο των τιμών των μετοχών ανά τον κόσμο και στην δημιουργία πλούτου ο οποίος στηρίζει τις καταναλωτικές δαπάνες παρά την δυσκολία που αντιμετωπίζει η πλειοψηφία των πολιτών στις δυτικές χώρες.
Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Ντάιμον, όλα αυτά που λίγο πολύ γνωρίζουμε και φοβόμαστε είναι στην ουσία ακόμα κάτω από την επιφάνεια και παρά τα μικρά κουνήματα που νοιώθουμε, ακόμα αισθανόμαστε ασφαλείς. Τι θα γίνει όμως αν τα πράγματα χειροτερέψουν περισσότερο, είμαστε σίγουροι πώς θα παραμείνουν αντιμετωπίσιμα; Ή ξαφνικά θα αρχίσουμε να νοιώθουμε το έδαφος από κάτω μας να χάνει την σταθερότητά του και να θυμίζει κινούμενη άμμο από την οποία δεν θα ξέρουμε πώς να ξεφύγουμε;
Απάντηση δεν έχουμε σε αυτό το ερώτημα, συμφωνούμε όμως με τον Ντάιμον πως πρέπει να είμαστε στοιχειωδώς προετοιμασμένοι για κάποια πολύ αρνητικά και απευκταία ενδεχόμενα. Γιατί αν δεν είμαστε, όσα δισεκατομμύρια και να κερδίζουν αυτή την στιγμή οι αμερικανικές τράπεζες κάθε μήνα, σε μία αρνητική εξέλιξη μπορούν να δώσουν την θέση τους σε αντίστοιχες ζημιές μέσα σε «χρόνο μηδέν».
Βαθμός Πρωτοτυπίας
86.2
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 24:17
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 24:00 | Αμερικανικές τράπεζες: Ο χορός των κερδών πάνω στην κινούμενη άμμοLiberal · πρώτο |