Πυγμαλίων Δαδακαρίδης – ΒΗΜΑ Talks: «Ο πιο δύσκολος ρόλος στο θέατρο είναι ίσως του θεατή»

Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης βρίσκεται σε μια δημιουργική στιγμή, έχοντας αποδείξει ότι η πολλή δουλειά, η συνέπεια, η αφοσίωση αλλά, πάνω απ’ όλα, η αγάπη γι’ αυτό που έχεις επιλέξει να κάνεις, θα σε κρατήσει στον δρόμο που διάλεξες. Έναν δρόμο που σκιαγραφεί ο ίδιος στο ΒΗΜΑ Talks.
Ηθοποιός, σκηνοθέτης, γεννήθηκε στο Μάντσεστερ και ως τα 20 χρόνια του πηγαινοερχόταν ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα, απ’ τη μητέρα του στον πατέρα του -τους έχασε και τους δύο πρόσφατα- απ’ τη μία γιαγιά στην άλλη γιαγιά. Εισπράττοντας απ’ όλους αγάπη, πολλή αγάπη.
Φέτος υποδύεται τον Jacob McNeal στο έργο «McNeal» του Αγιάντ Ακτάρ στο θέατρο Ακάδημος, (σκηνοθεσία Χρήστος Σουγάρης). Παράλληλα, στις 23 Νοεμβρίου επιστρέφει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά «Ο Φονιάς, έγκλημα και αθώωση» του Βασίλη Κατσικονούρη (με ανανεωμένη διανομή) το οποίο σκηνοθετεί, ενώ τον Ιανουάριο του 2027 θα ανεβάσει τις «Καραμέλες», ένα ακόμα έργο του Κατσικονούρη. Τηλεοπτικά θα κάνει ένα γκεστ στο 1ο επεισόδιο του «Αγίου Ιωσήφ» (Mega) ενώ ετοιμάζεται για μια καινούργια ταινία.
Η επιτυχία μεταφέρεται; Με τη «Φάλαινα», πέρυσι, ολοκληρώσατε έναν διετή επιτυχημένο κύκλο μεγάλης απήχησης. Τώρα;**
Τώρα, μηδενίζω. Πάντα μηδενίζω. Κάνω πάλι σαν τρελός, χτυπάει η καρδιά μου, μπαίνω πάντα με την ίδια όρεξη. Απλώς καταλαβαίνω ότι έχω πια μια άλλη γνώση κι εκεί που πάει να’ ρθει ένας πανικός, λέω ασυναίσθητα ότι αυτό το ξέρω, οπότε έχω περισσότερο χρόνο να σκεφτώ κάτι άλλο και γελάω με τον εαυτό μου. Αλλά κάθε φορά είναι απ’ το μηδέν.
Ωστόσο εσείς αλλάζετε μέσα στον χρόνο, η θέση σας στον χώρο αλλάζει, ως αποτέλεσμα και εμπειρία. Τώρα έχετε τη δυνατότητα επιλογής, απόρριψης…**
Όλα αυτά σε γεμίζουν περισσότερες αγωνίες. Σαν από εκεί που ήσουν έφηβος, τώρα να είσαι μπαμπάς. Και είναι επικίνδυνο, ως καταστροφικό, η ευθύνη να απορροφήσει όλο σου το είναι, και για σένα και για τους γύρω σου. Τώρα προσπαθώ να βρίσκω χώρο για όλα αυτά που έχω αφήσει πίσω μου -τη ζωή… Στο θέατρο το σημαντικό είναι η πράξη, η στιγμή που θα συναντηθούμε. Οι υπόλοιπες 20 ώρες είναι δικές μου. Και τότε είναι που μπορείς να καταλάβεις με τι μετριέσαι, με τι θες να λειτουργήσεις. Ένα βαθύτερο κομμάτι μου έχει ταυτιστεί με το θέατρο αλλά όχι όλη μου η ζωή. Μεγαλώνοντας η ταύτιση δεν είναι ο κανόνας.
«Δεν μπορείς να αφορίζεις με ένα εγώ τα πράγματα».
Η απόσταση λειτουργεί υπέρ του θεάτρου;**
Εντελώς. Μια βόλτα να πας, δέκα καινούργιες ιστορίες ν ’ακούσεις, έχεις γεμίσει το μυαλό σου και συνήθως έτσι μου συμβαίνει. Έρχονται και με συναντάνε άνθρωποι που δεν έχω γνωρίσει και μου περιγράφουν θεματικές και ιστορίες και ξαφνικά ανοίγω ένα θεατρικό έργο και καταλαβαίνω τα πάντα. Βρίσκω έτσι έναν γνώμονα να πω ότι θέλω ν’ αφοσιωθώ σε αυτό, ότι θέλω να πω την ιστορία.
Μα αυτό δεν είναι το θέατρο; Να πούμε μια ιστορία;**
Όχι, δεν είναι μόνο αυτό. Εμπεριέχει και όλο το κομμάτι της αρχαίας τραγωδίας αλλά και της εξομολόγησης. Αν παρατηρήσεις σωστά τους ανθρώπους θα καταλάβεις ότι ο καθένας εξομολογείται ένα κομμάτι που τον ενδιαφέρει. Ακόμα κι αν είναι ναρκισσιστικό, ματαιόδοξο ή εφήμερο, μιας ανωριμότητας ή μιας ουσίας, είναι κάτι βαθύτερο. Μόλις αποστασιοποιηθείς απ’ το εγώ θα αντιληφθείς τελικά τι είναι αυτό που απεικονίζει ο καθένας μέσα από αυτή την ιστορία. Γι’ αυτό και λέω ότι δεν πρέπει να κρίνουμε με τέτοια αυστηρότητα τους ανθρώπους γιατί μπορείς να πας σε κάτι που λες ότι δεν θα σε μετακινήσει -γιατί έχεις άποψη, κι όμως: Να δεις τρεις ηθοποιούς να παίζουν με ό,τι βαθύτερο έχουν μέσα τους και να μετακινηθείς. Δεν μπορείς να αφορίζεις με ένα εγώ τα πράγματα. Αν δεν είσαι εσύ ανοιχτός γιατί να είσαι μέλος. Το βασικότερο που έχει το θέατρο είναι η ομαδικότητα. Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να σε εκπλήξουν και στο θέατρο καταθέτουν ένα κομμάτι δικό τους -ή όχι, αλλά το βλέπεις, καταλαβαίνεις, αναγνωρίζεις. Αρκεί η εξομολόγηση να είναι καθαρή…
Είστε ρομαντικός;**
Πολύ, πολύ. Με συγκινεί πολύ η αγάπη και ο έρωτας, δεν μπορώ τον κυνισμό. Με εκφράζει το «κι ας με λέγαν τρελό, εγώ πίστευα πάντα ότι από ένα τίποτα γίνεται ο παράδεισος»…
Τη χρονιά που πέρασε, χάσατε και τους δύο γονείς σας…**
Ήταν σκληρό όλο αυτό αλλά δεν νομίζω ότι καταλαβαίνεις. Με την πάροδο του χρόνου αντιλαμβάνεσαι το κομμάτι της απώλειας. Εκείνη τη στιγμή απλά σε σοκάρει η πληροφορία. Αλλά οι σχέσεις αναγνωρίζονται μέσα στον χρόνο. Η απώλεια έρχεται σε εκείνα τα μικρά που τελειώνουν. Λειτουργεί συνειρμικά στον χρόνο και η μνήμη αρχίζει και είναι αλλιώς. Περπάταγες σ’ έναν δρόμο και δεν σου ’λεγε τίποτα. Τώρα βλέπω τις τρεις φορές που συναντήθηκα με τον πατέρα μου ή αν είχε έρθει η μάνα μου. Αυτά δεν τα έβλεπα πριν, τα βλέπω τώρα που έφυγαν απ’ τη ζωή.
Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις σχέσεις που έχουν το κομμάτι της απώλειας. Κι ένας έρωτας όταν τελειώνει μπορεί να έχει το ίδιο πένθος με την έννοια του θανάτου. Η απώλεια σε μετακινεί πολύ. Όταν έμαθε για τη δική μου απώλεια η Μαρία Τζομπανάκη μού είπε ότι όταν εκείνη έχασε τη μητέρα της «άλλαξε ο ουρανός χρώμα». Ναι, είναι ποιητικό αλλά είχε δίκιο. Αλλάζουν όλα τα χρώματα. Και κάποιες απ’ τις προτεραιότητες και τους κανόνες που είχες βάλει, σου φαίνονται γελοίοι. Κάνω μεγάλο αγώνα να μην ανατιναχτούν κομμάτια μου…
Η απώλεια σας δημιούργησε την ανάγκη να κάνετε τη δική σας οικογένεια; Ένα παιδί;**
Ναι. Αλλά απ’ την άλλη είμαι σίγουρος. Δεν κάνουμε όλοι για όλους τους ρόλους κι αυτό το έμαθα από νωρίς. Δεν θα μου επιβεβαιώσει κάτι. Αν έρθει θέλω να έρθει γιατί πραγματικά συμβαίνει και όχι για να απαγκιστρωθώ. Κι αν δεν έρθει, δεν έγινε και τίποτα. Το παιδί το είχα και πριν στο μυαλό μου. Αλλά αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. Δεν θέλω να είμαι γονιός με πρόγραμμα. Θέλω να είμαι ένας ταξιδευτής. Κι όσο μεγαλώνεις το θέμα παιδί είναι και πιο σύνθετο και πιο συνειδητό…
Σας λείπουν οι γονείς σας; «Μιλάτε» μαζί τους;**
Συνέχεια. Και τους πετυχαίνω και παντού. Όταν είμαι μόνος μου τους μιλάω δυνατά. Πολλά βράδια έχω πάρει τη μηχανή κι έχω πάει στο πατρικό μου σπίτι και μιλάω. Ηρεμώ έτσι.
Νιώθετε ότι χάρηκαν μαζί σας;**
Ναι, πολύ. Αλλά και οι δύο γονείς μου ήταν τέτοιοι άνθρωποι που, ούτως ή άλλως, ήταν χαρούμενοι που υπήρχα. Δεν είχαν απαιτήσεις -οτιδήποτε και να έκανα. Και μόνο που ήμουν γύρω τους, τους χαροποιούσε. Δεν περίμενε το εγώ τους να φτάσω εγώ κάπου.
Το ωραιότερο κομπλιμέντο το πήρα απ’ τον πατέρα μου σε ένα έργο που είχε μάλιστα και δύσκολη θεματική (σ.σ. «Ο λάκκος της αμαρτίας», Εθνικό-Θέατρο Χώρα). Μετά την παράσταση με κοίταγε, με περιεργαζόταν και μου είπε «μεγάλωσες». Τίποτε άλλο. Ούτε συγχαρητήρια ούτε τίποτα, μόνο αυτό. Μετά ήταν αμήχανος, μου έλεγε «ψήλωσες»… Σαν κάτι να κουνήθηκε μέσα του.
Στη «Φάλαινα», την τελευταία παράσταση που είδε, μου είπε, αφού τελείωσε: «Καλά, για μένα το έκανες αυτό;». «Ναι», του απάντησα. Δεν το χώραγε το κεφάλι του ότι θα τολμούσα να κάνω κάτι για εκείνον, να πω, με έναν τρόπο, μια δική μου ιστορία χωρίς να μ’ ενδιαφέρει αν το επαγγελματικό κομμάτι μπορεί να κουνηθεί ή όχι. Ήταν ένας τρόπος, επειδή αγαπούσε πολύ το θέατρο, να του εξηγήσω λίγο πόσο σημαντικός ήταν για μένα και για την οικογένειά του. Και πως αν ήθελε ο ίδιος θα μπορούσε, αλλάζοντας δύο-τρία μικρά πράγματα, να μην έχει το τέλος της παράστασης. Αλλά δεν τον πρόλαβα…
Πώς επιλέξατε φέτος στον «**MacNeal»; Τι σας οδήγησε στο έργο του Αγιάντ Ακτάρ;
Μέχρι στιγμής, οι ιστορίες που με γοήτευαν δεν είχαν κάτι το οποίο να ’χει αντίκρισμα, απ’ τον συγγραφέα κυρίως, στο κομμάτι της τεχνολογίας. Είχα ακούσει κάποτε -ήμουν παιδί, ότι ένας πατέρας με τον γιο του πήγαν να δουν την έκθεση ενός γλύπτη από μάρμαρο. Κάποια στιγμή το παιδί αφιερώθηκε όχι στα αγάλματα αλλά σ’ ένα ατόφιο κομμάτι μάρμαρο και κοίταγε με μεγάλη περιέργεια όλες του τις πλευρές. Όταν τον ρώτησε ο γλύπτης, τι κοιτάει, εκείνο απάντησε ότι του κάνει εντύπωση πώς, με το μυαλό και τη φαντασία του, μπόρεσε να δημιουργήσει μ’ ένα τέτοιο κομμάτι μάρμαρο ένα άλογο, ας πούμε. Προσπαθούσε δηλαδή να αναγνωρίσει τη διαδρομή του πάθους ενός ανθρώπου που με το ταλέντο και την τέχνη του μπορούσε ν’ αφοσιωθεί σ’ έναν τέτοιο σκληρό όγκο και να δημιουργήσει κάτι τόσο μαγικό και ευαίσθητο.
«Από ένα ψέμα μπορείς να κατασκευάσεις μια βαθύτερη αλήθεια».
Και;**
Ένα απ’ τα έργα που διάβασα ήταν ο «McNeal» και αμέσως άρχισα να βλέπω κομμάτια του εαυτού μου μέσα σ’ αυτό. Γιατί μιλάει για έναν συγγραφέα που είναι εντελώς αληθινός και εντελώς ψεύτικος συνάμα. Σαν την ψευδαίσθηση στο κομμάτι της υποκριτικής: Όπου είσαι εντελώς αληθινός στην παρουσία σου, αλλά, απ’ την άλλη, δημιουργείς ένα εντελώς θολό και διαφορετικό περιβάλλον το οποίο προσπαθείς να παρουσιάσεις με τη μεγαλύτερη αλήθεια ενώ, επί της ουσίας, δεν είναι. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι ο πιο δύσκολος ρόλος στο θέατρο είναι ίσως του θεατή. Γιατί χρειάζεται κι αυτός να ετοιμαστεί, να φορέσει το κοστούμι του, τα ρούχα του, να φύγει απ’ τη ζωή του, απ’ το σπίτι του, ν’ απαρνηθεί το υστέρημά του για να ’ρθει: Είναι ο πιο διαδραστικός ρόλος. Εμείς οι ηθοποιοί είμαστε προετοιμασμένοι απ’ τις πρόβες. Οπότε αυτή η συνάντηση έχει να κάνει με συγκυρίες, είναι σαν τη χημεία στη ζωή. Έτσι έχει να κάνει και η χημεία ενός ανθρώπου που πιστεύει στον κανόνα της γραφής, στο ταλέντο της συγγραφής, της σκέψης, της φαντασίας, της επιτυχίας και της αποτυχίας, της νίκης και της ήττας, της πολιτικής σκέψης και της διαστρέβλωσής της, της πίστης και της απιστίας. Έχει μέσα βαθιά, κομμάτια ενός ανθρώπου που για να δημιουργήσει την περσόνα που έχει φτιάξει, έχει, σιγά-σιγά, στα στάδια της ζωής του, απορροφήσει ιστορίες, χρόνους, στιγμές. Κι όλα αυτά μαζί τα έχει διαστρεβλώσει σε κάτι που τον έχει οδηγήσει στο σήμερα. Και στο σήμερα έρχεται αντιμέτωπος με μια οθόνη που του λέει «πώς μπορώ να σε βοηθήσω;».
Η οθόνη που βλέπουμε όλοι μας;**
Ναι, ο καθένας με τον χρόνο του. Ουσιαστικά αρχίζει να δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αν αυτό που βλέπουμε είναι αληθινό ή όχι. Κι αυτό εμπεριέχει πολύ συνταρακτικές στιγμές -συναισθηματικές, πολιτικές, συγκρουσιακές, αφοριστικές. Μιλάει για τα πάντα, είναι πολύ μοντέρνο (covid-metoo κ.ά.). Αναφέρει τεράστιες θεματικές στο πρίσμα που βλέπουμε στην εικόνα, και στο πρίσμα που βλέπουμε στην πραγματικότητα. Και τελειώνει μ’ έναν υπέροχα απίστευτο τρόπο. Ο Αχτάρ έχει διαβάσει τα πάντα απ’ την αρχαία Ελλάδα και τους Ευρωπαίους. Ουσιαστικά αναφέρει ότι κάποιοι άνθρωποι, όχι μόνον ηθοποιοί, υπάρχουμε -βάζω κι εμένα μέσα, που προσπαθούν να δίνουν καθημερινά στους γύρω τους αλλά και στον εαυτό τους ένα νόημα, κι ας μην είναι πάντα αληθινό, ή ένα νήμα για συναίσθημα. Και πως τελικά από ένα ψέμα μπορείς να κατασκευάσεις στον άλλον μια βαθύτερη αλήθεια. Όλο αυτό ήταν απείρως γοητευτικό.
Και δύσκολο;**
Ναι. Απαιτεί τεράστιο κόπο. Η ενέργεια που χρειάζεται για να είσαι παρών στο συναίσθημα που έχει γράψει ο Αχτάρ είναι σχεδόν σαν να τρέχεις Μαραθώνιο. Δεν ξέρω αν θα φανεί στο κοινό, αλλά για εμάς που είμαστε πάνω στη σκηνή σε φτάνει σ’ ένα σημείο που σου αντιστρέφει πολλούς κανόνες. Κανόνες που είχα για τον τρόπο που λειτουργώ απέναντι στα πράγματα. Απαιτεί μια απίστευτη ζωντάνια, αλήθεια, ακρίβεια γιατί χρησιμοποιεί συγκεκριμένες λέξεις, συγκεκριμένη δομή.
Και μέσα σ’ αυτό έχεις κι έναν εικονικό κόσμο ο οποίος αναπνέει μαζί σου και, σχεδόν, σε βάζει σε μια διαδικασία ν’ αναρωτηθείς αν οι άνθρωποι που βλέπεις είναι προϊόντα ΑΙ ή προϊόντα φαντασίας… Γιατί όταν συμβαίνει κάτι, το συναίσθημα δεν είναι ψεύτικο, κι αυτό το ΑΙ δεν μπορεί να το κάνει. Το έργο αναφέρεται σε πολλά -στο μέλλον, τον θάνατο, στην ουσία που οι άνθρωποι χάνουν με τον καιρό γιατί κοιτάνε κάτω, στο κινητό τους, κι όχι ο ένας στον άλλον στα μάτια για να μοιραστούν τα πράγματα.
Ήθελα πολύ να συγκρουστώ μ’ αυτό γιατί μιλούσε στην καρδιά μου, με πλήγωνε. Είχα λόγο, όχι μόνο ως ηθοποιός, αλλά και ως πολίτης, να το εκφράσω.
Την σύγκρουση με την τεχνολογία;**
Ναι. Γιατί η τεχνολογία που έρχεται είναι αυτή που εμπεριέχει τα πάντα λίγο καλύτερα για όλους σε μια γενική διαδρομή, αλλά αποκόβει το αληθινό συναίσθημα, αποκόβει τη φυσική παρουσία, τη μυρωδιά, τον χρόνο. Παλιά έβλεπες τον άλλον μετά από καιρό κι έλεγες «μεγάλωσες-μεγάλωσα», μ’ έναν ευγενή τρόπο απέναντι στην αγάπη ή στο συναίσθημα που είχε ο καθένας για τον άλλον. Τώρα η διαφορά φαίνεται σύντομα και ξεκάθαρα γιατί έχεις μια μόνιμη εικονική παρουσία στα social, στην οθόνη.
Αν το επιλέξεις…**
Μα το έχει επιλέξει το 90% της ανθρωπότητας και εννοώ στο υποσυνείδητό του. Θέλοντας και μη όλοι λειτουργούμε μ’ αυτές τις συσκευές που σε κάνουν πρωταγωνιστή των ιστοριών σου. Κι έχει μέτρο σύγκρισης, έναν μαθηματικό κωδικό, αριθμούς που σε μετράνε. Εγώ το ονομάζω «η αβάσταχτη ελαφρότητα του like». Ο καθένας λοιπόν έχει έναν δικό του δράκο, έναν δικό του δαίμονα, κάτι που αντικρούει. Ο Jacob McNeal, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, είναι ο ίδιος ο δαίμονας. Μόνιμα σε γοητεύει και σε διαλύει. Ουσιαστικά κάνει αυτό που τελικά όλες οι ηλεκτρονικές μορφές δεν έχουν κάνει, να λειτουργούν στον συναισθηματικό χώρο αλλά σε παρόντα χρόνο -είτε ως απόρριψη είτε ως ματαιότητα και με εγωιστικά κίνητρα, απλά μέσα από μια εικόνα. Τώρα, κι αυτό είναι το επιτυχημένο απ’ τον συγγραφέα, όλο αυτό αρχίζει να σου συμβαίνει ρεαλιστικά μπροστά σου, σαν να έχει γράψει πως θα είναι το μέλλον. Και ανάμεσα στα πολλά που λέει, ξεχωρίζω μια φράση του: «Θυμάμαι μια εποχή που οι άνθρωποι δεν έβρισκαν τον μπελά τους όταν έλεγαν την αλήθεια». Και είναι τόσο δισυπόστατο αυτό, γιατί η αλήθεια δεν έχει ποτέ μπελά. Έλα όμως που έχει και μάλιστα μετράει ποιανού η αλήθεια είναι πιο ισχυρή στα πράγματα. Οπότε όλα αυτά ήταν κάτι πολύ γοητευτικό γιατί καταλαβαίνεις τη ματαιότητα από συναισθήματα που έρχονται.
Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με πολλά. Ανάμεσά τους είναι και το γεγονός ότι πήρε το Nobel αλλά το βιβλίο του είχε μέσα κομμάτια ΑΙ. Αλήθεια, πόση βοήθεια χρειαζόμαστε οι άνθρωποι ώστε να φτάσουμε σ’ένα εικονικό περιβάλλον που το συναίσθημα δεν θα βιώνει όλες τις αλλαγές παρά μόνο ο ορθολογισμός μας; Εμείς έχουμε και συναίσθημα σαν άνθρωποι. Το ΑΙ δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει θάνατος, ούτε πρόκειται. Γιατί αν συμβεί αυτό, τα πράγματα θα είναι πραγματικά δύσκολα…
Είναι όντως μπελάς να λέει σήμερα κανείς την αλήθεια;**
Άρχισα να καταλαβαίνω γιατί στον μαθηματικό αλγόριθμο υπάρχει ο τομέας με τα σχόλια -και τα τοξικά σχόλια, όπου ο καθένας λέει επί παντός επιστητού τη γνώμη του. Ο καθένας μας προσπαθεί να παρέμβει στο ποιανού η αλήθεια μετράει περισσότερο. Κι αν έρθει κάτι με πολλούς ακόλουθους ή πολλή δύναμη και επιβεβαιώσει μια αλήθεια, οι υπόλοιποι εκφράζονται μέσα από αυτό. Ενώ αν είναι ο καθένας μόνος του αυτό εμπεριέχει μια αδυναμία όπου απλά ο ένας τρώει τον άλλον…
«Μου είναι πραγματικά πιο εύκολο διαβάζοντας μια ιστορία να αφηγηθώ κομμάτια του εαυτού μου».
Η εποχή μας ζητά την αυτολογοκρισία;**
Εντελώς. Ο πατέρας μου έλεγε ότι η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας. Δεν χρειάζεται να έχουμε γνώμη και άποψη για όλα -ας έχουμε γι’ αυτά που μας αφορούν και μας ενδιαφέρουν, γι’ αυτά που γνωρίζουμε ή που τουλάχιστον το μέσα μας θα αναγνωρίσει. Αυτό το καταλαβαίνεις, π.χ. στο φλερτ. Παλιά είχες αγωνία να γνωρίσεις έναν άνθρωπο, να πας σε ένα μπαρ να τον περιμένεις, να τον δεις από κοντά, να μιλήσεις, ν’ ακούσεις τον ήχο της φωνής σου, να δεις τον τρόπο που συμπεριφέρεται, πως χορεύει. Σε γοήτευε μια ολόκληρη θεατρική παρουσία του. Τώρα έχεις απλά μια εικόνα που αν δεν σου αρέσει τη σβήνεις… Άρα δεν καταναλώνεις προσωπικό χρόνο να φροντίσεις και εσένα -γιατί φρόντιζες και τον εαυτό σου για να βγεις έξω. Λειτουργούσες με θετικά συναισθήματα. Τώρα έχει τελειώσει το συναίσθημα -και το σεξουαλικό κομμάτι είναι σαν να τρως κάπου ένα μπέργκερ, κι αν λειτουργήσει το συναίσθημα, λειτούργησε. Αυτό που πάλευες καιρό να κατακτήσεις ήταν η πραγματική συνύπαρξη μ’ έναν άλλον άνθρωπο. Τώρα το κομμάτι του συναισθήματος πήγε σε τέταρτη μοίρα.
Νιώθετε σαν να μην χωράει την ευαισθησία σας το σήμερα;**
Γεννήθηκα στην Αγγλία το 1977 και κάθε φορά που την επισκεπτόμουν για Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι, βρισκόμουν σε μια χώρα που ήταν δέκα χρόνια μπροστά απ’ την Ελλάδα σε ό,τι αφορούσε τη μόδα την τεχνολογία. Ζούσα σε παράταιρες εποχές και ήμουν απόλυτα εναρμονισμένος. Οπότε όταν ξαφνικά η Ελλάδα έφτασε στο ίδιο στάνταρ, και το ξεπέρασε, έμαθα ν’ αναγνωρίζω που με ξεπερνάει η ιστορία αλλά χωρίς να με φοβίζει. Μπορώ να υπάρχω και ως παρατηρητής και να αντιλαμβάνομαι που δεν συγκρούονται οι αξίες μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώνω τα λάθη του εαυτού μου.
Διατηρώντας τον αξιακό σας κώδικα…**
Σαφώς. Αλλά ακόμα κι αν παραβώ τον αξιακό μου κώδικα να αναγνωρίσω το λάθος μου. Έχω τις σταθερές μου. Όσο για το κομμάτι της αλήθειας, το θέμα είναι πόση αλήθεια μπορείς να πεις στον εαυτό σου όχι πόση αλήθεια μπορείς να πεις στους άλλους.
Το θέατρο σας καλύπτει; Ό,τι θέλετε να πείτε το λέτε με το θέατρο;**
Μου είναι πραγματικά πιο εύκολο διαβάζοντας μια ιστορία να αφηγηθώ κομμάτια του εαυτού μου. Σε όλα τα υπόλοιπα θα γινόταν κατ’ ανάγκη ή για επιβίωση. Αλλά δεν ξέρω αν θα είχα την ίδια χαρά έκφρασης ή αθωότητας ή ντροπής ή τη βεβαιότητα ότι αυτό που έρχεται από μέσα μου είναι στέρεο και δεν προέρχεται απ’ την εικόνα μου. Ίσως γι’ αυτό και δεν με νοιάζει πολύ η εικόνα -ποτέ δεν μ’ ένοιαζε. Δεν μπορώ να μπω σε στάνταρ, μπορώ να μπω στα στάνταρ ενός έργου, ενός ρόλου όταν με εκφράζει συναισθηματικά και κοινωνικο-πολιτικά. Τα υπόλοιπα τα βρίσκω μάταια.
Κεντρική Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/SOOC**
Βαθμός Πρωτοτυπίας
91.0
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 10:14
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 10:00 | Πυγμαλίων Δαδακαρίδης – ΒΗΜΑ Talks: «Ο πιο δύσκολος ρόλος στο θέατρο είναι ίσως του θεατή»TO BHMA · πρώτο |