Πολιτισμός

«The Pervert’s Guide to Utopias»: Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ αναζητά την ουτοπία εκεί όπου κανείς δεν περιμένει να τη βρει

ΠΡΩΤΟin.gr
Φωτογραφία: in.gr

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ επιστρέφει στον κινηματογράφο και αυτή τη φορά καταπιάνεται με τις ουτοπίες. Στο «The Pervert’s Guide to Utopias», σε σκηνοθεσία της Σόφι Φάινς, ο Σλοβένος φιλόσοφος συνεχίζει τη γνώριμη περιπλάνησή του στην ποπ κουλτούρα, αναζητώντας μέσα σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιφάσεις που κρύβονται πίσω από τις εικόνες τους.

Έχοντας ήδη εξετάσει μέσα από τις προηγούμενες ταινίες του τον κινηματογράφο και την ιδεολογία, ο Ζίζεκ στρέφει αυτή τη φορά το ενδιαφέρον του στην ουτοπία. Η έννοια, ωστόσο, λειτουργεί περισσότερο ως αφετηρία για τις σκέψεις του παρά ως αυστηρός θεματικός άξονας, καθώς και ο ίδιος αναγνωρίζει ότι οι ουτοπίες δεν είναι ιδιαίτερα εμφανείς στα έργα που επιλέγει να αναλύσει.

Όπως σημειώνει ο Guardian, αυτό δεν τον εμποδίζει να κινηθεί με τη γνωστή του άνεση ανάμεσα στον Φρόιντ, τον Μαρξ και τον Χέγκελ, περνώντας από τη μία ταινία στην άλλη και επιστρατεύοντας τα παράδοξα που εδώ και χρόνια αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του δημόσιου λόγου του.

Κάποια στιγμή δηλώνει ότι «ένας κομμουνιστής πρέπει να είναι πεπεισμένος απαισιόδοξος…». Ο ίδιος εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστής, γνωρίζοντας βέβαια πολύ καλά πώς ακούγεται μια τέτοια δήλωση και σπεύδοντας να προσθέσει, με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, ότι «αυτό ακούγεται τρελό».

Από την Αποκάλυψη στο «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ»

Οι φαινομενικές αντιφάσεις αποτελούν μέρος του παιχνιδιού. Ο Ζίζεκ βρίσκει ενδιαφέρον στο «The Rapture» του 1991 το γεγονός ότι η Αποκάλυψη παρουσιάζεται ως κυριολεκτικό γεγονός και όχι απλώς ως μεταφορά. Την ίδια στιγμή, στρέφεται στο «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» του 1961 για να μιλήσει για μια διαφορετική εκδοχή του μεταποκαλυπτικού κόσμου, όπου τα πάντα μοιάζουν καταδικασμένα να επιστρέφουν ξανά και ξανά.

Το «The Pervert’s Guide to Utopias» διατηρεί παράλληλα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τεχνάσματα των προηγούμενων συνεργασιών του με τη Φάινς: ο Ζίζεκ δεν σχολιάζει απλώς τις ταινίες, αλλά μπαίνει ο ίδιος μέσα στα σκηνικά τους.

Έτσι, εμφανίζεται μέσα σε μια σκοτεινή καλύβα στη ζούγκλα, παραπέμποντας στον Μάρλον Μπράντο του «Αποκάλυψη Τώρα» του 1979. Σε άλλη σκηνή βρίσκεται ξαπλωμένος, ντυμένος στα κόκκινα, σε μια αναπαράσταση που παραπέμπει στην Ελίζαμπεθ Μος στο «The Handmaid’s Tale», ενώ αργότερα καταλήγει στην μπανιέρα, στη θέση της Κίρστεν Ντανστ από τη «Μελαγχολία».

Ο Guardian παρατηρεί εδώ μια ενδιαφέρουσα απουσία. Παρότι ο Ζίζεκ ασχολείται συστηματικά με την εξουσία και τις αντιφάσεις της, δεν αναφέρεται στο περίφημο περιστατικό της συνέντευξης Τύπου της «Μελαγχολίας», όταν ο Λαρς φον Τρίερ είχε προκαλέσει σάλο με τις δηλώσεις του για τον Χίτλερ.

«Κανείς δεν θα σας πεθυμήσει»

Το χιούμορ είναι από την αρχή βασικό μέρος της ταινίας. Πριν ξεκινήσει ουσιαστικά την ανάλυσή του, ο Ζίζεκ προειδοποιεί ότι πρόκειται να αποκαλύψει τα φινάλε αρκετών ταινιών. Η λύση που προτείνει σε όσους φοβούνται τα spoilers είναι απλή: «φύγετε από την αίθουσα τώρα: κανείς δεν θα σας πεθυμήσει».

Πίσω από τα αστεία, όμως, βρίσκεται το βασικό ερώτημα του ντοκιμαντέρ: πού μπορεί να αναζητηθεί σήμερα η ουτοπία;

Για τον Ζίζεκ, η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα σε εικόνες ενός τέλειου μελλοντικού κόσμου. Αντίθετα, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο στοιχεία ουτοπικής σκέψης μπορούν να λειτουργούν ακόμη και μέσα σε καταπιεστικές δομές εξουσίας.

Η βασική ιδέα είναι ότι ένα σύστημα μπορεί να προβλέψει την αμφισβήτησή του, να την απορροφήσει και τελικά να τη χρησιμοποιήσει προς όφελός του. Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και μια πράξη εξέγερσης μπορεί να καταλήξει, χωρίς να το επιδιώκει, να υπηρετεί τον ίδιο μηχανισμό που επιχειρεί να ανατρέψει.

Η περίπτωση της Ζαν Ντιέλμαν

Σε αυτό το πλαίσιο ο Ζίζεκ επιστρέφει και στο «Jeanne Dielman, 23 quai du Commerce, 1080 Bruxelles» του 1975. Εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στον έλεγχο, την υποταγή και την απόλαυση, συνδέοντας την ερμηνεία του με τον εμφανή οργασμό της ηρωίδας προς το τέλος της ταινίας.

Εδώ ο Guardian αντιμετωπίζει την ανάλυσή του με εμφανή ειρωνεία, σημειώνοντας ότι μια φεμινίστρια κριτικός θα μπορούσε να του υπενθυμίσει μια πολύ απλούστερη πιθανότητα: ότι η Ντιέλμαν μπορεί απλώς να προσποιείται.

Υπάρχει όμως και ένα μεγαλύτερο ερώτημα που, σύμφωνα με την κριτική, το ντοκιμαντέρ δεν αντιμετωπίζει πραγματικά. Η σύγχρονη ποπ κουλτούρα φαίνεται να ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για τις δυστοπίες παρά για τις ουτοπίες.

Ο μεταποκαλυπτικός κόσμος, η κοινωνική κατάρρευση και ένα σκοτεινό μέλλον έχουν κατακλύσει τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τη λογοτεχνία. Η εικόνα μιας ιδανικής κοινωνίας, αντίθετα, μοιάζει να έχει χάσει μεγάλο μέρος της γοητείας της για τους σύγχρονους δημιουργούς.

Παρά το γεγονός ότι ο όρος «ουτοπία» συνδέεται ιστορικά με τον Τόμας Μορ, ο Άγγλος στοχαστής δεν εμφανίζεται καθόλου στη συζήτηση. Ο Ζίζεκ προτιμά να φτάσει στην ουτοπία από τον δικό του δρόμο: μέσα από τις αντιφάσεις, τα παράδοξα και τις αποτυχίες της.

Και ακόμη κι όταν τα επιχειρήματά του μοιάζουν να απομακρύνονται από το αρχικό θέμα, δύσκολα χάνει το ενδιαφέρον του θεατή. Μιλά ασταμάτητα, αλλάζει κατεύθυνση, συνδέει θεωρίες και ταινίες και, όταν φαίνεται ότι επιτέλους έχει τελειώσει, συνεχίζει ακόμη και πάνω στους τίτλους τέλους.

Το «The Pervert’s Guide to Utopias» προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Κεντρική Εικόνα:** labiennale.org

Βαθμός Πρωτοτυπίας

90

89.9

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου94/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής39/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 14 Σεπ, 14:09

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο