Δύο κολοσσιαία αγάλματα του Ραμσή Β΄ ίσως αποκαλύψουν μια άγνωστη σελίδα της αρχαίας Αιγύπτου

Μια πέτρα με χαραγμένα σύμβολα, μπροστά σε ένα σπίτι στο Δέλτα του Νείλου, ήταν η αρχή μιας απροσδόκητης αρχαιολογικής ανακάλυψης. Ένας κάτοικος του χωριού Μπεχμπέιτ ελ-Χάγκαρ (Behbeit el-Hagar), στην αιγυπτιακή επαρχία Γκαρμπίγια, εντόπισε τον ενεπίγραφο λίθο ενώ εργαζόταν στο οικόπεδό του και ειδοποίησε τις αρχές. Η σωστική ανασκαφή που ακολούθησε έφερε στο φως τα υπολείμματα δύο κολοσσιαίων βασιλικών αγαλμάτων. Το ένα απεικονίζει τον Ραμσή Β΄ και οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι, όταν ήταν ακέραιο, έφτανε σε ύψος τα 8,5 μέτρα μαζί με τη βάση του. Η ανακάλυψη ανακοινώθηκε στις 13 Οκτωβρίου από το υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου. Μετά την ειδοποίηση του κατοίκου, οι αρμόδιοι αρχαιολόγοι εξέτασαν τον λίθο και διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για αρχαίο εύρημα. Στη συνέχεια, ειδική ομάδα του Ανώτατου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων ανέλαβε τις ανασκαφές, οι οποίες αποκάλυψαν, εκτός από τα δύο αγάλματα, έναν ακόμη ενεπίγραφο λίθο από ροζ γρανίτη. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει μια κεφαλή ύψους 1,60 μέτρων, που απεικονίζει τον Ραμσή Β΄ με το διπλό στέμμα της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου, σύμβολο της κυριαρχίας του στα δύο τμήματα της χώρας. Βρέθηκε επίσης τμήμα της πίσω στήριξης του αγάλματος, με ιερογλυφική επιγραφή που διασώζει ένα από τα βασιλικά ονόματα του φαραώ, το λεγόμενο «όνομα του Ώρου». Η επιγραφή επιτρέπει στους αρχαιολόγους να ταυτίσουν με βεβαιότητα το γλυπτό με τον Ραμσή Β΄, ο οποίος βασίλεψε από το 1279 έως το 1213 π.Χ. Σε μικρή απόσταση αποκαλύφθηκε τμήμα ενός δεύτερου βασιλικού αγάλματος, μήκους περίπου 2,40 μέτρων. Λείπουν τα πόδια και η βάση του, αλλά η κεφαλή διατηρεί τα χαρακτηριστικά του προσώπου και το παραδοσιακό βασιλικό κάλυμμα νέμες, παρότι το επάνω μέρος του έχει υποστεί φθορές. Η ομοιότητα των δύο προσώπων οδηγεί τους αρχαιολόγους στην εκτίμηση ότι και το δεύτερο άγαλμα απεικονίζει πιθανότατα τον Ραμσή Β΄, χωρίς όμως να έχει επιβεβαιωθεί ακόμη η ταυτότητά του. Περίπου ένα μέτρο βορειότερα βρέθηκε και ο λίθος από ροζ γρανίτη, μήκους 1,30 μέτρων, με ιερογλυφικές επιγραφές που περιλαμβάνουν τους βασιλικούς τίτλους «Βασιλιάς της Άνω και Κάτω Αιγύπτου» και «Γιος του Ρα». Η σημασία της ανακάλυψης δεν περιορίζεται στο μέγεθος των αγαλμάτων. Το Μπεχμπέιτ ελ-Χάγκαρ είναι γνωστό για τα ερείπια ενός μεγάλου ναού αφιερωμένου στην Ίσιδα, ενός από τα σημαντικότερα κέντρα λατρείας της θεάς στο Δέλτα του Νείλου. Ο ναός είχε χτιστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από γρανίτη, υλικό που απαιτούσε ιδιαίτερη τεχνική επιδεξιότητα για την εξόρυξη, τη μεταφορά και την επεξεργασία του. Σήμερα, από το άλλοτε επιβλητικό ιερό σώζονται κυρίως τεράστιοι πεσμένοι λίθοι, τμήματα κιόνων και ενεπίγραφα αρχιτεκτονικά μέλη, διάσπαρτα στον αρχαιολογικό χώρο. Η οικοδόμηση του μεγάλου ναού άρχισε επί Νεκτανεβώ Β΄, τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο διάκοσμός του ολοκληρώθηκε σταδιακά κατά την πτολεμαϊκή περίοδο, ενώ επί Πτολεμαίου Γ΄ προστέθηκαν η υπόστυλη αίθουσα και η δυτική πρόσοψη. Ένα ανάγλυφο από το ιερό, που φυλάσσεται σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, απεικονίζει τον Νεκτανεβώ Β΄ να προσφέρει θυμίαμα και ένα περιδέραιο στον Όσιρι. Προέρχεται από παρεκκλήσι αφιερωμένο στον θεό και διασώζει μέρος του διάκοσμου ενός μνημείου που κάποτε κυριαρχούσε στο θρησκευτικό τοπίο της περιοχής. Ο Ραμσής Β΄, όμως, είχε βασιλέψει σχεδόν εννέα αιώνες πριν από την ανέγερση του γνωστού ναού της Ίσιδας. Η ανακάλυψη των δύο κολοσσιαίων βασιλικών αγαλμάτων επαναφέρει έτσι ένα σημαντικό αρχαιολογικό ερώτημα: τι υπήρχε στο Μπεχμπέιτ ελ-Χάγκαρ πολύ πριν χτιστεί το μεγάλο ιερό; Η πιθανότητα να υπήρχε στην περιοχή κάποιο παλαιότερο μνημείο είχε απασχολήσει τους ερευνητές και στο παρελθόν. Το 2017, οι αιγυπτιολόγοι Μαχμούντ Εμάμ (Mahmoud Emam) και Εχάμπ Αμπντ ελ-Ζάχερ (Ehab Abd el-Zaher) δημοσίευσαν μελέτη για δύο αρχιτεκτονικά θραύσματα με τα βασιλικά ονόματα του Ραμσή Β΄, τα οποία είχαν εντοπιστεί κατά τη διάρκεια έργων υποδομής κοντά στον ναό. Οι ερευνητές διατύπωσαν τότε την υπόθεση ότι τα θραύσματα ίσως προέρχονταν από οικοδόμημα της εποχής του Ραμσή ή ακόμη παλαιότερο. Υπήρχαν και άλλες ενδείξεις. Ήδη το 1885, ο αιγυπτιολόγος Εντουάρ Ναβίλ είχε καταγράψει στην περιοχή έναν κίονα με τα βασιλικά ονόματα του Ραμσή Β΄. Αρχαίος πάπυρος, γνωστός από μεταγενέστερη επιστημονική δημοσίευση, περιλαμβάνει επίσης μαρτυρία για την ύπαρξη οικισμού στην περιοχή κατά τη ραμεσσιδική περίοδο. Σε νέα μελέτη τους το 2022, οι Εμάμ και Αμπντ ελ-Ζάχερ ανέφεραν ακόμη ότι ανασκαφή του 2017–2018 είχε αποκαλύψει κεραμική και κατάλοιπα μεγάλου πλινθόκτιστου τοίχου, που χρονολογήθηκαν στο Νέο Βασίλειο. Η αναλυτική δημοσίευση αυτών των ανασκαφικών στοιχείων βρισκόταν τότε ακόμη υπό προετοιμασία. Τα νέα αγάλματα προσθέτουν σημαντικά στοιχεία στην έρευνα για αυτή την παλαιότερη περίοδο, χωρίς όμως να αποδεικνύουν ότι στο σημείο υπήρχε άγνωστος ναός του Ραμσή Β΄. Οι αρχαιολόγοι δεν έχουν εξακριβώσει αν τα γλυπτά βρίσκονταν εξαρχής εκεί όπου ανακαλύφθηκαν ή αν είχαν μεταφερθεί σε μεταγενέστερη εποχή. Παλαιότερα αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά επαναχρησιμοποιούνταν συχνά στην αρχαία Αίγυπτο, γι' αυτό και ο εντοπισμός τους σε έναν χώρο δεν αρκεί από μόνος του για να προσδιοριστεί η αρχική τους θέση. Οι ανασκαφές συνεχίζονται, με στόχο να αποσαφηνιστεί η σχέση των αγαλμάτων, των επιγραφών και των υπόλοιπων καταλοίπων. Η ανακάλυψη γίνεται μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία οι αιγυπτιακές αρχές εξετάζουν προτάσεις για την προστασία και την πιθανή αναστήλωση του ναού της Ίσιδας. Τον Απρίλιο του 2026 παρουσιάστηκαν σχέδια για την ψηφιακή τεκμηρίωση των ερειπίων, τη μελέτη των χιλιάδων διάσπαρτων γρανιτένιων λίθων και τη διερεύνηση της δυνατότητας επανατοποθέτησης ορισμένων αρχιτεκτονικών μελών. Η αναστήλωση παραμένει υπό μελέτη, καθώς απαιτεί εκτεταμένη αρχαιολογική έρευνα, γεωτεχνικούς ελέγχους και λεπτομερή καταγραφή των σωζόμενων τμημάτων του μνημείου. Ο υπουργός Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου, Σερίφ Φάθι, ευχαρίστησε δημόσια τον κάτοικο που ειδοποίησε τις αρχές, τονίζοντας πόσο σημαντική είναι η συνεργασία των πολιτών για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Η έρευνα στο Μπεχμπέιτ ελ-Χάγκαρ συνεχίζεται, καθώς οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να καταλάβουν πώς συνδέονται τα νέα ευρήματα με την παλαιότερη ιστορία του χώρου. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματος Μπεχμπέιτ ελ-Χάγκαρ σημαίνει στα αραβικά «οι πέτρες», μια αναφορά στους τεράστιους γρανιτένιους όγκους που βρίσκονται διάσπαρτοι στην περιοχή. Επί αιώνες, οι πέτρες αυτές μαρτυρούσαν την ύπαρξη του μεγάλου ναού της Ίσιδας. Μια ακόμη πέτρα, μπροστά σε ένα σύγχρονο σπίτι, ίσως βοηθήσει τώρα τους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν την ιστορία του τόπου πολλούς αιώνες πριν από την οικοδόμησή του. Με στοιχεία από Arkeonews, Al-Ahram Weekly, The Metropolitan Museum of Art
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.5
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 14:09
Πώς διαδόθηκε
2 δημοσιεύσεις από 2 μέσα