Η λεηλασία ελληνικών χειρογράφων και κειμηλίων και η ετεροβαρής συμφωνία με τη Βουλγαρία

Λέξεις: Βασίλειος Κατσαρός
Τη Μεγάλη Δευτέρα του 1917 γνωστή ομάδα Βουλγάρων κατακτητών λεηλάτησε τη Βιβλιοθήκη και το Κειμηλιοφυλάκιο της Μονής Εικοσιφοινίσσης βασανίζοντας τους μοναχούς. Η λεία φορτώθηκε με προορισμό τη Σόφια. Το ίδιο σκηνικό συνέβη στα τέλη Ιουνίου 1917 στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών.
Η πασίγνωστη Διεθνής Συνθήκη του Νεϊγύ υποχρέωνε τη Βουλγαρία να επιστρέψει τα λεηλατηθέντα. Το 1923 επιστράφηκε ένα μέρος από αυτά στην Ελλάδα (κυρίως της Μονής Προδρόμου) και κρατήθηκε το σύνολο από τη Μονή Εικοσιφοινίσσης.
Όλες οι προσπάθειες να επιστραφούν τα λεηλατηθέντα από τη Θράκη έως τις Πρέσπες (αμέτρητο υλικό) απέβησαν άκαρπες.
Το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου
Μεσολάβησε και η άλλη κατοχή της α΄ πενταετίας του ’40, όταν οι λεηλασίες στον χώρο ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Οι επιστήμονες γνώριζαν γενικά και κυρίως την τύχη των χειρογράφων και ελάχιστα των κειμηλίων, των εντύπων και των αρχαιολογικών ευρημάτων, αλλά σιγή και αρνήσεις επικρατούσαν από την άλλη πλευρά.
Το 1976, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου Βυζαντινών Σπουδών στην Αθήνα, οι Έλληνες επιστήμονες Λ. Πολίτης, Ν. Παναγιωτάκης, Π. Νικολόπουλος σε ειδική συνεδρία κάλεσαν τη Βουλγαρική αντιπροσωπεία να ενδιαφερθεί για την αποκάλυψη του κοινού μυστικού ότι οι Βούλγαροι έκρυβαν τα λεηλατημένα χειρόγραφα της Μονής Εικοσιφοινίσσης στη Σόφια.
Περγαμηνό χειρόγραφο ευαγγελιστήριο του 9ου αιώνα με αριθμό στη βιβλιοθήκη της Μονής Εικοσιφοινίσσης με αριθμό 115. Σήμερα στο κέντρο Ντούιτσεφ 272.
Ήταν τότε που ο αείμνηστος Λίνος Πολίτης με σύστησε σ’ ένα μέλος της Βουλγαρικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο, προσωπικότητα που έμελλε να συναντήσω ύστερα από μία σχεδόν δεκαετία στην επιστημονική μου διαδρομή, όταν βρέθηκα στη Σόφια.
Το 1981 συναντήθηκαν οι ηγέτες των δύο χωρών Κων. Καραμανλής και Θ. Ζίφκοφ στη Σόφια. Ο Κων. Καραμανλής, που καταγόταν από το χωριό Πρώτη κοντά στη Μονή Εικοσιφοινίσσης, έθεσε επιτακτικά το αίτημα να επιστρέψουν τα λεηλατηθέντα χειρόγραφα και κειμήλια στο μοναστήρι. Το γεγονός διηγήθηκε αργότερα (1990) ο ίδιος στον αείμνηστο Μανόλη Ανδρόνικο, από τον οποίο τότε ζήτησα διαμεσολάβηση για να διασταυρώσω σχετική πληροφορία που είχα από τον τότε Βούλγαρο μεταφραστή τους.
Το 1986 κλήθηκα από τον πρύτανη του ΑΠΘ Δημήτρη Φατούρο να συμμετάσχω σ’ ένα πρόγραμμα επιστημονικής έρευνας ελληνικών χειρογράφων στη Βουλγαρία που προβλεπόταν στη Συμφωνία Επιστημονικής Συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Σόφιας.
Δίσταζα στην αρχή, αλλά αποφάσισα, γνωρίζοντας τις δυσκολίες, να αναλάβω αυτή την έρευνα που συνεχίστηκε και κατά την επόμενη πρυτανική θητεία του Αντωνίου Τρακατέλλη μέχρι το 1995, έτος σταθμό για την πορεία της έρευνας των χειρογράφων για μένα, μετά τη δημοσίευση του βιβλίου μου από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Σερρών για τα χειρόγραφα των δύο Μονών με βάση και τον περιγραφικό χειρόγραφο Κατάλογο του Vl. Sis.
Του ανθρώπου που λεηλάτησε τις δύο Μονές και την καταλυτική συμβολή του στην ταύτιση και προέλευση των χειρογράφων από τη βουλγαρική πλευρά και την παράδοσή τους στην Ακαδημία Επιστημών της Βουλγαρίας, η οποία και πάλι με βάση τον Κατάλογο του ίδιου του Sis που τυπώθηκε από το Εθνικό Τυπογραφείο τους το έτος 1916, μαρτυρεί τον αριθμό των 8 (οκτώ) χειρογράφων που κατείχε τότε η Ακαδημία.
Ελληνικά χειρόγραφα στη Βουλγαρική Ακαδημία, από τον συγγραφέα Vladimir Sis (Σόφια, Εθνικό Τυπογραφείο 196)
Παράλληλα από το έτος αυτό, είχα να αντιμετωπίσω την παθογένεια που υφίσταται και στη χώρα μας από εκείνη την εποχή και φαίινεται να διχάζει τις τοπικές κοινωνίες των Σερρών και της Δράμας ως προς την επιστημονική συνεργασία μας με το Πανεπιστήμιο Σόφιας.
Την Άνοιξη του 1987 συναντήθηκα με την ομόλογό μου για την έρευνα συνάδελφο, αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Σόφιας, Ax. Djurova και επισκέφτηκα τον χώρο που φυλάσσονταν τα λεηλατημένα χειρόγραφα με τον ορισμό «κλειστή συλλογή» στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ivan Dujcev» του Πανεπιστημίου Σόφιας.
Μου επετράπη η πρόσβαση με τη βοήθεια και των συνεργατών του Κέντρου D. Getov και H. Velkovska.
Με τον καθηγητή της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, αείμνηστο Χ. Παπαστάθη, αναλάβαμε την εκπόνηση των νομικών χειρογράφων. Αργότερα (από το 1989 κ.ε.) προστέθηκε στην ερευνητική ομάδα ο καθηγητής Β. Άτσαλος με τον οποίο συμμετείχαμε και οργανώσαμε Διεθνείς Επιστημονικές Συναντήσεις, στις οποίες ανακοινώσαμε τα στοιχεία για την προέλευση των χειρογράφων με σημαντικότερους σταθμούς:
α) το Β΄ Διεθνές Συμπόσιο για τη Μακεδονία κατά την εποχή των Παλαιολόγων (1992),
β) το Δ΄ Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Παλαιογραφίας στην Οξφόρδη (1993), στο οποίο αναφέρθηκαν για πρώτη φορά διεθνώς ονομαστικά οι Μονές Εικοσιφοινίσσης και Τιμίου Προδρόμου Σερρών στο Πρόγραμμα του Συνεδρίου,
γ) το Διεθνές Συνέδριο του Δήμου Σερρών «Οι Σέρρες και η περιοχή τους…» (1993)
και δ) το ΣΤ΄ Διεθνές Συμπόσιο Ελληνικής Παλαιογραφίας (2003).
Δεν θα αναφερθώ στο έργο και το μέγεθος των εργασιών που φώτισαν τα όσα ήταν ήδη γνωστά και εκείνα που ήταν πρωτόγνωρα στην επιστημονική έρευνα, όπως ο περιγραφικός κατάλογος που συνέταξε ο εγκέφαλος της λεηλασίας Vl. Sis.
Η αρμονική επικοινωνία με τον μακαριστό μητροπολίτη Διονύσιο και τη μοναστική κοινότητα της Μονής Εικοσιφοινίσσης υπήρξε μια όαση στο περιβάλλον της διασύνδεσής μας με τη Μονή και την κοινωνία της Δράμας και της περιοχής σε εποχή μισαλλοδοξίας, προερχόμενη από ορισμένους κύκλους που θεωρούσαν «έγκλημα καθοσιώσεως!» το επιστημονικό μας έργο στη Βουλγαρία.
Το έργο αυτό που αποσκοπούσε στον εντοπισμό και την προέλευση των χειρογράφων από τις Μονές λειτούργησε στο πλαίσιο επίσημων διακρατικών συμφωνιών και επιστημονικών προγραμμάτων μεταξύ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Σόφιας.
Ο Β. Άτσαλος, Δραμινός στην καταγωγή, είχε εμβαθύνει στην ιστορία της. Προσωπικά συνδεόμουν με τη Μονή από το Καλοκαίρι του 1969, όταν φωτογράφισα τις τοιχογραφίες του νεκρικού παρεκκλησίου των Αγίων Αναργύρων, σώζοντας στο αρχείο μου το αφανισμένο σήμερα σύνολο του διακόσμου.
Το 2012 ως μέλος τριμελούς Επιστημονικής Επιτροπής (Ν. Μουτσόπουλος, Β. Άτσαλος και Β. Κατσαρός) συμμετείχα στον Διάλογο που διεξήχθη στη Σόφια υπό την ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού (υπουργός Κων. Τζαβάρας, Γενική Γραμματέας Λίνα Μενδώνη).
Ο αείμνηστος Νίκος Μουτσόπουλος πρότεινε την ανταλλαγή των χειρογράφων και των κειμηλίων με τον σκελετό του Σαμουήλ κι εγώ μίλησα για τα χειρόγραφα ως «υλική και πνευματική περιουσία» των δύο ιστορικών Μονών. Ο υπουργός Κων. Τζαβάρας ανέπτυξε τη νομική επιχειρηματολογία για την επιστροφή των λεηλατηθέντων.
Το αποτέλεσμα αυτών των συνομιλιών ήταν να καταλήξουν σε αδιέξοδο, επειδή η βουλγαρική πλευρά ζητούσε να παραχωρήσει μόνο τα εκτεθέντα στο Ιστορικό Μουσείο κειμήλια και να παρακρατήσει τα χειρόγραφα.
Το 2014 μετείχα επίσης ως μέλος Επιστημονικής Επιτροπής μαζί με τον συνάδελφο Χ. Μπακιρτζή και τη Γενική Διευθύντρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ε. Γερούση.
Από το Υπουργείο Πολιτισμού συμμετείχαν επίσης η τότε Γενική Γραμματέας Λίνα Μενδώνη και η εκπρόσωπος τύπου του Υπουργείου Άννα Παναγιωταρέα.
Στην επιμονή της βουλγαρικής πλευράς να μας επιστραφούν τα κειμήλια και να κρατηθούν τα χειρόγραφα γνώρισα την οξύτατη αντίδραση της Ax. Djurova, όταν διατύπωσα τη θέση μου για την επιστροφή και των χειρογράφων με τη φράση: «όλα ή τίποτα», πάντα με την έννοια της ξυνωρίδος των εντοπισμένων χειρογράφων και των κειμηλίων, έχοντας κατά νου το απαράγραπτο δικαίωμα της χώρας μας να διεκδικήσει διά της νομικής οδού την επιστροφή των λεηλατηθέντων.
Το τωρινό ενδιαφέρον του κοινού για το τι συμβαίνει με την πρόσφατη «συμφωνία» για την ανταλλαγή των κειμηλίων αναμειγνύεται με αμφίβολα δεδομένα, καθώς δεν γνωρίζουμε τους όρους των συμφωνηθέντων.
Η εύλογη ανησυχία μου απορρέει από την έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στο «Μνημόνιο» για τα χειρόγραφα.
Γιατί, αν αφαιρέσει κανείς τα 45 περίπου χειρόγραφα που εντοπίζονται σε χώρες εκτός Βουλγαρίας, όλα τα υπόλοιπα χειρόγραφα της Συλλογής της Μονής Εικοσιφοινίσσης και όσων μη επιστραφέντων απαρτίζουν τη Συλλογή χειρογράφων της Μονής Τιμίου Προδρόμου, καθώς και των Μονών Αρχαγγελιωτίσσης και Καλαμούς της Ξάνθης, κατά την πρόνοια της Συνθήκης του Νεϊγύ, είναι εντοπισμένα στις βιβλιοθήκες του Βουλγαρικού κράτους.
Κι αν ακόμη, σύμφωνα με τις νεφελώδεις υποσχέσεις του «Μνημονίου», συνεχιστούν ανταλλαγές στο μέλλον που δεν θα περιλάβουν όλα τα εντοπισμένα χειρόγραφα, έγγραφα, καθώς και τα πιστοποιημένα κειμήλια των Μονών (γιατί τα έντυπα βιβλία που δεν επεστράφησαν ίσως είναι αδύνατο σήμερα να εντοπιστούν), τότε ασφαλώς μιας τέτοιας μορφής συμφωνία, όπως και η ετεροβαρής τωρινή, δεν θα είναι αποδεκτή από την ευρύτερη ελληνική κοινωνία.
Οι πολιτικές αποφάσεις κρίνονται εκ του αποτελέσματος, και το αποτέλεσμα της πρόσφατης «συμφωνίας», όπως παρουσιάζεται, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς το περιεχόμενο, δεν εγγυάται την οριστική διευθέτηση του ζητήματος της επιστροφής των οφειλομένων από τη βουλγαρική πλευρά.
Διατηρώ αμφιβολίες για την τήρηση των υποσχέσεων, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και ως προς την ποιότητα του υλικού που είναι διατεθειμένη να παραδώσει η βουλγαρική πλευρά στο αόριστο μέλλον, για να μην αναφερθώ και στη λεηλασία των χειρογράφων του Ιμαρέτ Καβάλας και του συνόλου των ελληνικών θησαυρών των Μονών της Ξάνθης, του Αγίου Όρους αλλά και της ευρύτερης Μακεδονίας και Θράκης, για τα οποία επίσης δεν γίνεται λόγος.
Εύχομαι να διαψευστώ.
Η επιμονή μου στη θέση για την επιστροφή των χειρογράφων και των κειμηλίων στις Μονές που τα διαφύλαξαν για αιώνες είναι προς το συμφέρον και των δύο γειτονικών λαών.
Αφενός για τη Βουλγαρία θα ήταν απαλλαγή από τη διαιώνιση των διεκδικήσεων για τον αμέτρητο αριθμό των όσων ξεσήκωσαν οι κατακτητές πρόγονοί τους και είναι αδύνατο να ταυτοποιηθούν.
Τέτοιο ουτοπικό σχέδιο θα άδειαζε μεγάλο μέρος από το υλικό των Μουσείων της, ως προϊόν λεηλασίας αρχαιολογικής αξίας ευρημάτων που σαρώθηκαν από την κατεχόμενη Μακεδονία, Θράκη και Άγιο Όρος καθώς και τα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη.
Υπάρχουν, άλλωστε, αναφορές, περιγραφές και σχετικά δημοσιεύματα για τη δράση των Βουλγάρων κατακτητών στους αρχαιολογικούς χώρους και τα Μουσεία όλης της προαναφερθείσας περιοχής.
Αφετέρου για την Ελλάδα, η επιστροφή των χειρογράφων και των κειμηλίων των Μονών ως προϊόντων βεβαιωμένης λεηλασίας θα αποτελούσε μιας πρωταρχικής σημασίας αποκατάσταση και δικαίωσή τους.
Το βάρος του συναισθηματικού φορτίου που επικάθηται ως «μόλυβδος» στην ιστορική συνείδηση των τοπικών κοινωνιών θα επέφερε τη λύτρωση με μια τέτοια διευθέτηση.
Αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί ως κοινή αποδοχή και από τους δύο λαούς που θα εξάλειφε οριστικά τη μονόπλευρη αδικία και θα μπορούσε να ευοδωθεί με μια γενναία πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση που θα ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές.
Ο Βασίλειος Κατσαρός είναι Βυζαντινολόγος, Ομότιμος Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, Επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.5
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 07:39
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 07:37 | Η λεηλασία ελληνικών χειρογράφων και κειμηλίων και η ετεροβαρής συμφωνία με τη ΒουλγαρίαParallaxi · πρώτο |