Οι αγορές δεν πείθονται από την Κεντρική Τράπεζα

Έχουμε συνηθίσει στην ιδέα ότι οι αποφάσεις των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών υπαγορεύουν το τι θα γίνει στις αγορές. Ωστόσο, σήμερα οι αντιδράσεις των αγορών, υπαγορεύουν το τι θα πρέπει να πράξουν οι πολιτικοί και οι κεντρικοί τραπεζίτες.
Μην κοιτάτε που στην Ελλάδα δεν μας ενδιαφέρουν τα επιτόκια και ασχολούμεθα με το «κοινωνικό πρόσημο» της οικονομίας και με τις επιδοματικές πολιτικές. Στον υπόλοιπο κανονικό κόσμο, το ύψος των επιτοκίων καθορίζει τον παλμό της οικονομίας.
Έτσι το μήνυμα που έστειλαν οι αγορές όσον αφορά την αύξηση των επιτοκίων από την πλευρά της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας (BoJ) ήταν σαφές και συγκεκριμένο. Η αύξηση των 25 μονάδων βάσης δεν θεωρήθηκε αρκετή για να αλλάξει ουσιαστικά την ισορροπία στην αγορά συναλλάγματος.
Μάλιστα σε έκθεση μεγάλη ιαπωνικής τράπεζας η κίνηση της BoJ παρομοιάστηκε με την προσπάθεια των ναυτικών οι οποίοι προσπαθούν να διορθώσουν την πορεία ενός υπερωκεάνιου με μια βελόνα.
Η πρόσφατη απόφαση της Τράπεζας της Ιαπωνίας (BOJ) να αυξήσει τα επιτόκια στο 1,25%, υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών με μια πλειοψηφία 7-2, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα νομισματική κίνηση. Συνιστά την ομολογία μιας ήττας απέναντι στην πραγματικότητα και, ταυτόχρονα, μια ημιτελή θεραπεία που κινδυνεύει να αποδειχθεί χειρότερη από την ασθένεια. Και η αγορά «απάντησε» άμεσα στέλνοντας την ισοτιμία δολαρίου / γεν στο 157,87. Στέλνοντας δηλαδή το μήνυμα ότι η άνοδος των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης δεν είναι αρκετή.
Με το γεν να επιστρέφει εκεί που ήταν πριν αρχίσουν οι πάσης φύσεως «παρεμβάσεις», όπως είχαμε αναλύσει στο άρθρο: «Το γιεν επιστρέφει στην κατηφόρα: Οι αγορές επιβλήθηκαν σε ΗΠΑ – Ιαπωνία», εδώ, και βλέπουμε στο ακόλουθο γράφημα.
Ακόμη και με το βασικό επιτόκιο πλέον στο 1,25%, το χάσμα των επιτοκίων μεταξύ της Ιαπωνίας και των υπόλοιπων μεγάλων δυτικών οικονομιών παραμένει χαώδες. Και όσο αυτό το χάσμα συντηρείται, το κίνητρο για το περίφημο carry trade , δηλαδή τον δανεισμό φθηνού γεν για την τοποθέτηση κεφαλαίων σε νομίσματα υψηλότερων αποδόσεων, παραμένει ζωντανό, ακμαίο και αποδοτικό. Οι αγορές δεν κτίζονται με ημίμετρα, ούτε καθησυχάζονται από τις διαβεβαιώσεις των κεντρικών τραπεζιτών ότι «οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμένουν υποστηρικτικές». Όταν η φωτιά του πληθωρισμού σιγοκαίει εν μέσω δεκαετιών στασιμότητας, τα πυροτεχνήματα δεν αρκούν.
Για χρόνια, η Ιαπωνία αποτελούσε το παγκόσμιο καταφύγιο της αποπληθωριστικής στασιμότητας. Σήμερα, όμως, το σκηνικό έχει ανατραπεί πλήρως. Ο πληθωρισμός δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική απειλή στις εκθέσεις των αναλυτών. Αλλά μια χειροπιαστή καθημερινότητα που διαπερνά ολόκληρο τον παραγωγικό ιστό της χώρας.
Οι πιέσεις τιμών έχουν μεταδοθεί αλυσιδωτά από τις τιμές των παραγωγών στις τιμές καταναλωτή, ενώ οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό καλπάζουν. Για πρώτη φορά μετά από γενιές, οι αυξήσεις των μισθών περνούν σταθερά στις τελικές τιμές πώλησης των προϊόντων και των υπηρεσιών, δημιουργώντας έναν κλασικό, αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο τιμών -μισθών. Σαν να μην έφταναν αυτά, η δομική αδυναμία του γεν, οι υψηλές τιμές στο πετρέλαιο και η δίχως όρια παγκόσμια ζήτηση που σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη (AI) συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.
Και δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η BοJ προειδοποιεί πλέον ανοιχτά πως ο πληθωρισμός κινδυνεύει να υπερβεί σταθερά τον στόχο του 2%, με τον Δείκτη Τιμών Καναλωτή (CPI) να αναμένεται να επιταχυνθεί ξεκάθαρα πάνω από αυτό το όριο μέσα στο Q3 και Q4 του 2026. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η ιαπωνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει με μέτριους ρυθμούς, υποστηριζόμενη από την απασχόληση, την αύξηση του εισοδήματος και τις τεχνολογικές επενδύσεις. Όμως αυτή ακριβώς η ανθεκτικότητα είναι που αφαιρεί το άλλοθι για τη διατήρηση υπερβολικά χαμηλών επιτοκίων.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει το μεγάλο στρατηγικό αδιέξοδο για το Τόκιο. Εάν η Ιαπωνία επιθυμεί πραγματικά να στηρίξει το νόμισμά της χωρίς να καταφύγει σε πιο επιθετικές και γενναίες αυξήσεις επιτοκίων, η μόνη λύση που της απομένει είναι η επιστροφή στις παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος. Αυτό που ονομάζουμε «FX intervention». Δηλαδή, στην πώληση δολαριακών περιουσιακών στοιχείων και στη χρήση των συναλλαγματικών της αποθεμάτων για την αγορά γεν.
Η Ιαπωνία διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα συναλλαγματικών διαθεσίμων. Στο τέλος Αυγούστου ανέρχονταν σε περίπου $1,208 τρισ., εκ των οποίων περίπου $995 δισ. ήταν συναλλαγματικά διαθέσιμα και $840 δισ. δολάρια σε ομολογιακούς τίτλους. Θεωρητικά, λοιπόν, το υπουργείο Οικονομικών μπορεί να πουλήσει δολάρια και άλλα ξένα assets και να αγοράσει γεν, δημιουργώντας άμεση ζήτηση για το ιαπωνικό νόμισμα.
Ωστόσο, όσοι γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί της αγοράς γνωρίζουν καλά την βαθύτερη αλήθεια, Ότι δηλαδή οι παρεμβάσεις απλά κερδίζουν χρόνο. Δεν λύνουν το πρόβλημα, δεν κλείνουν την ψαλίδα των επιτοκίων και λειτουργούν σαν ασπιρίνη σε έναν οργανισμό που νοσεί βαριά και χρόνια.
Όσο η BοJ διστάζει και καθυστερεί να κλείσει αυτό το χάσμα, τόσο πιο βίαιες και απότομες θα είναι οι μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων που αναγκαστικά θα πρέπει να υιοθετήσει. Ο διοικητής Kazuo Ueda βρίσκεται αντιμέτωπος με το πιο δύσκολο τεστ της θητείας του. Οι δηλώσεις του αναλύονται λέξη προς λέξη από τους επενδυτές διεθνώς, οι οποίοι αναζητούν εναγωνίως ενδείξεις για τον χρόνο και τον ρυθμό των επόμενων κινήσεων, ώστε να κινηθούν αναλόγως. Και ως γνωστόν η «αδράνεια» τρομάζει τις αγορές και τις κάνει ακόμα πιο νευρικές.
Προς ώρας το ευρύτερο συμπέρασμα είναι ότι η εποχή του δωρεάν ή εξευτελιστικά φθηνού χρήματος από την Ασία κλείνει τον κύκλο της, έστω και με οδυνηρά αργούς ρυθμούς. Κάθε καθυστέρηση της BOJ αυξάνει τη συστημική μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ομολόγων και συναλλάγματος, καθώς το «έξυπνο χρήμα» αναγκάζεται να επαναξιολογήσει τις στρατηγικές που ακολουθεί όσον αφορά τη μόχλευση των κεφαλαίων.
Στις αγορές, οι κεντρικές τράπεζες που μένουν πίσω από την καμπύλη των εξελίξεων, αργά ή γρήγορα τιμωρούνται. Το Τόκιο μαθαίνει τώρα, με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι η σταδιακή προσέγγιση σε έναν κόσμο υψηλού πληθωρισμού δεν είναι σύνεση, αλλά παράταση της αγωνίας. Όσο παραμένει αδύναμο, ενισχύει τον πληθωρισμό και αυξάνει την πίεση για αυξήσεις επιτοκίων. Όσο η BOJ καθυστερεί, διατηρείται τόσο το κίνητρο του «carry trade», όσο και η πίεση στο νόμισμα.
Και όσο περισσότερο καθυστερεί η προσαρμογή, τόσο μεγαλύτερος μπορεί να γίνει ο λογαριασμός της τελικής προσγείωσης στην πραγματικότητα. Και όταν έρθει η ώρα της εξόφλησης, θα είναι ακόμα πιο βαρύς. Για όλες τις οικονομίες.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.2
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 24:19
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| 24:00 | Οι αγορές δεν πείθονται από την Κεντρική ΤράπεζαLiberal · πρώτο |