Θεωρητικά φθηνή αλλά στο έλεος της Τεχνητής Νοημοσύνης, μαζί με την οικονομία

Το Σάββατο που μας πέρασε η εβδομαδιαία στήλη «The Trader» του Barron’s είχε τον τίτλο, σε ελεύθερη μετάφραση, «Οι μετοχές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά για όλους τους σωστούς λόγους. Οι επενδυτές τρώνε τα νύχια τους». Κατά τον Alex Rosenberg, η πολύ νευρική αντίδραση των αγορών στο μίνι σίριαλ των δημοσιευμάτων σχετικά με τις οικονομικές επιδόσεις της Open AI την προηγούμενη Πέμπτη (Η Τεχνητή Νοημοσύνη φοβίζει τα Χρηματιστήρια - Τα δύο καμπανάκια | Liberal.gr) είναι χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατεί χρηματιστηριακά στον τομέα της ΤΝ αυτή την περίοδο.
Η υψηλή μεταβλητότητα, όπως επισήμανε στο Barron’s ο Andy Goldberg, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Nomura Asset Management International, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως είναι πολύ δύσκολο για τους επενδυτές να αποκτήσουν μία εικόνα για το πώς θα είναι σε πέντε χρόνια από τώρα η κατάσταση στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Κατά τον Goldberg, το φάσμα των ενδεχομένων σχετικά με την εξέλιξη της ΤΝ είναι πάρα πολύ ευρύ και αυτό εξηγεί τη μεγάλη μεταβλητότητα στην οποία αναφέρθηκε ο Rosenberg.
Ο αρθρογράφος επισήμανε επίσης έναν άλλο παράγοντα που ενισχύει την επενδυτική νευρικότητα. Το γεγονός πως οι δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις του τομέα, η OpenAI και η Anthropic, δεν διαπραγματεύονται ακόμα στο χρηματιστήριο. Αυτό σημαίνει πως η πληροφόρηση που λαμβάνουν οι επενδυτές και γενικά οι αγορές από αυτές τις δύο βασικές επιχειρήσεις δεν είναι αρκετή για να τους δώσει μία σαφή εικόνα της κατάστασης. Αυτό ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για τις πολύ απότομες αντιδράσεις σε κάθε δημοσίευμα ή είδηση σχετικά με τις δύο εταιρείες.
Όμως ο Rosenberg άφησε σε δεύτερη μοίρα τις αιτίες της νευρικότητας και εστίασε σε κάτι άλλο. Στο γεγονός πως για τρίτο τρίμηνο στη σειρά η κερδοφορία των εισηγμένων επιχειρήσεων θα αυξηθεί κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, καθώς οι αναλυτές κατά μέσο όρο αναμένουν αύξηση 29,5%. Επισήμανε επίσης πως οι εκτιμήσεις ανεβαίνουν σταδιακά με την πάροδο των ημερών, όπως και το γεγονός πως για αυτό το τρίμηνο, αριθμός ρεκόρ εταιρειών έχει δημοσιοποιήσει θετικές εκτιμήσεις, με το φαινόμενο να είναι περισσότερο έντονο στους τομείς της ενέργειας και της τεχνολογίας.
Ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο που παρέθεσε ο Rosenberg είναι το γεγονός πως για πρώτη φορά από το 2021, και οι 11 υποκατηγορίες εταιρειών που συμμετέχουν στη σύνθεση του δείκτη S&P 500 αναμένεται να παρουσιάσουν αύξηση κερδοφορίας και κύκλου εργασιών σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Yardeni Research. Αυτό δείχνει πως η αύξηση κερδών για το σύνολο της αγοράς δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των υπερκερδών των εταιρειών που κατασκευάζουν microchips μνήμης και των διυλιστηρίων.
Ο αρθρογράφος επισήμανε πως όλα αυτά δείχνουν πως το χρηματιστήριο έχει και άλλα περιθώρια ανόδου. Παρά το γεγονός πως ο δείκτης S&P 500 βρίσκεται δίπλα στα ιστορικά του υψηλά, η αναλογία της τιμής των μετοχών προς τα μελλοντικά κέρδη τους είναι αυτή τη στιγμή στο 19, ενώ πριν έναν χρόνο ήταν στο 23 και στην αρχή του 2026 στο 24. Σύμφωνα με τον Jeff Schulze, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Franklin Templeton Institute, παρά τις υψηλές προσδοκίες που υπάρχουν, δεν θα είναι δύσκολο για τις αγορές να κινηθούν ανοδικά στο τέταρτο τρίμηνο.
Αρκετά αισιόδοξος λοιπόν ο αρθρογράφος του Barron’s, ο οποίος όμως έμμεσα παραδέχτηκε πως ένα σημαντικό μέρος των θετικών προσδοκιών για τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων έχει σχέση με την Τεχνητή Νοημοσύνη, καθώς πέρα από την προφανή σχέση των τεχνολογικών εταιρειών με αυτήν, και οι ενεργειακές εταιρείες έχουν ωφεληθεί πάρα πολύ από τα data centers και τις τεράστιες ενεργειακές τους ανάγκες. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η ΤΝ έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην άνοδο των χρηματιστηριακών δεικτών και κατ’ επέκταση στην άνοδο των αποτιμήσεων των επενδυτικών χαρτοφυλακίων και στην καλή διάθεση των επενδυτών.
Όμως παρά την καλή διάθεση και τα μεγάλα κέρδη, οι διάφορες μετρήσεις για την διάθεση των καταναλωτών και για το πόσα χρήματα ξοδεύουν και πώς τα ξοδεύουν, δείχνουν πως η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρίσκεται σε απογοητευτικά επίπεδα. Πώς γίνεται να ισχύει αυτό; Η έκδοση της Παρασκευής του newsletter Odd Lots του Bloomberg ήταν πολύ διαφωτιστική. Όπως επισήμανε η Tracy Alloway, από τον Ιανουάριο μέχρι τώρα, η διάθεση των καταναλωτών που έχουν περιουσιακά στοιχεία χαμηλής αξίας, δηλαδή πολίτες που δεν κατέχουν μετοχές ή έχουν πολύ μικρής αξίας χαρτοφυλάκια, έχει χειροτερέψει κατά 25%.
Αντίθετα, η μείωση για όσους έχουν μεσαίας και υψηλής αξίας χαρτοφυλάκια έχει μειωθεί κατά λιγότερο από 10%. Τα στοιχεία αυτά είναι από τη μηνιαία έκθεση του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, τα οποία δημοσιεύθηκαν την Παρασκευή που μας πέρασε. Σε μία άλλη έκθεση του ιδίου Πανεπιστημίου, η οποία εκδόθηκε την ίδια μέρα και ασχολήθηκε και με την επίδραση των αυξήσεων στα καύσιμα στις καταναλωτικές τους συνήθειες, μόνο το 18% των πολιτών που δεν κατέχουν μετοχές δήλωνε πως θα συνεχίσει να ξοδεύει όπως πριν, το 55% πως θα μετριάσει τα έξοδά του και το 26% πως θα σταματήσει να ξοδεύει.
Από αυτούς που έχουν χαρτοφυλάκια, όσοι έχουν αποτιμήσει στο χαμηλό 33,33% των χαρτοφυλακίων, το 27% θα συνεχίσει όπως πριν, το 57% πως θα μετριάσει τα έξοδα και το 16% πως θα σταματήσει. Σε αυτούς που έχουν χαρτοφυλάκια στο μέσο 33,33% των αποτιμήσεων οι αντίστοιχες απαντήσεις είναι 24%, 54% και 11% αντίθετα ενώ σε αυτούς με τις υψηλότερες αποτιμήσεις 50%, 43% και 7%. Στο ίδιο newsletter υπήρχε και σχόλιο του γνωστού οικονομολόγου Viktor Shvets, βασιζόμενο στα ευρήματα αντίστοιχων ερευνών της ομοσπονδιακής υπηρεσίας BEA (Bureau of Economic Analysis).
Σύμφωνα με αυτά, σχεδόν όλη η καταγραφείσα αύξηση στα εισοδήματα των Αμερικανών πολιτών δεν έχει προέλθει από την αύξηση των μισθών αλλά από αύξηση σε εισοδήματα από τόκους και μερίσματα, η οποία ήταν της τάξης του 17%. Όπως επισήμανε ο ίδιος, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αξίας των χαρτοφυλακίων είναι συγκεντρωμένο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των πολιτών, υπολογίζει πως στην ουσία μόνο το 5% των Αμερικανών πολιτών έχει δει πραγματική αύξηση εισοδημάτων, την στιγμή που η αύξηση των μισθών υπολείπεται του πληθωρισμού.
Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Περίπου εκεί που πήγε και η ίδια η Tracey Alloway στον επίλογό της. Στο γεγονός πως η ΤΝ δεν είναι υπεύθυνη μόνο για την αύξηση της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών με ισχυρό ρυθμό, στηρίζοντας τα κέρδη των επιχειρήσεων και ανεβάζοντας τις τιμές των μετοχών (όπως είδαμε στην αρχή σήμερα). Είναι υπεύθυνη και για το γεγονός πως η καταναλωτική ζήτηση παραμένει γενικά ισχυρή παρά την πολύ κακή διάθεση της πλειοψηφίας των πολιτών, αφού αυτοί που στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την κατανάλωση μπορούν να το κάνουν λόγω της αύξησης της αξίας των χαρτοφυλακίων τους χάρη στην ΤΝ.
Όσο τα πράγματα εξελίσσονται θετικά με την ανάπτυξη της ΤΝ, μάλλον δεν πρέπει να ανησυχούμε πολύ. Αν όμως κάτι χαλάσει, για οποιονδήποτε λόγο, και οι τιμές των μετοχών χάσουν τη στήριξη που τους προσφέρει η επενδυτική έκρηξη των data centers, τότε το πλήγμα θα είναι διπλό. Ενδεχόμενη σοβαρή πτώση των τιμών θα μειώσει σημαντικά την αξία των χαρτοφυλακίων και κατ’ επέκταση το διαθέσιμο εισόδημα για κατανάλωση αλλά και τη διάθεση για κατανάλωση αυτών που κρατούν υψηλά τις καταναλωτικές δαπάνες.
Τότε, για να χρησιμοποιήσουμε έναν αμερικανικό όρο που αναφέρεται σε δύο κακά που έρχονται την ίδια στιγμή, η αμερικανική οικονομία θα πρέπει να ετοιμαστεί για ένα double whammy που θα μπορούσε θεωρητικά να προκαλέσει μέχρι και ύφεση, καθώς και η παραγωγή των επιχειρήσεων και η κατανάλωση από τους πολίτες θα μειώνονται την ίδια στιγμή.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
88.0
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 24:16
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 24:00 | Θεωρητικά φθηνή αλλά στο έλεος της Τεχνητής Νοημοσύνης, μαζί με την οικονομίαLiberal · πρώτο |