Edouard Louis: Μπορούμε τελικά να ξεφύγουμε από τη ζωή που μας όρισαν;

ΠΡΩΤΟethnos.gr
Φωτογραφία: ethnos.gr

Edouard Louis: Μπορούμε τελικά να ξεφύγουμε από τη ζωή που μας όρισαν;

Από το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» μέχρι την «Κατάρρευση», ο Εντουάρ Λουί επιστρέφει στην οικογένεια, τη φτώχεια και τη φυγή, γράφοντας για ανθρώπους που προσπαθούν να αλλάξουν τη ζωή που τους δόθηκε

🕛 χρόνος ανάγνωσης: 16 λεπτά ┋

Ο Εντουάρ Λουί (Edouard Louis) χρειάστηκε ελάχιστα χρόνια για να γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας. Όταν το πρώτο του μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2014, ήταν μόλις 21 ετών. Το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» βασιζόταν σχεδόν ολόκληρο στη δική του παιδική ηλικία και έβαζε από την πρώτη στιγμή στο κέντρο όλα όσα θα τον απασχολούσαν και στα επόμενα βιβλία του, όπως την κοινωνική τάξη, τη φτώχεια, την ομοφοβία, τη βία, την οικογένεια και την προσπάθεια ενός ανθρώπου να ξεφύγει από τη ζωή που φαίνεται να έχει ήδη αποφασιστεί για εκείνον.

Γεννημένος το 1992 ως Eddy Bellegueule, μεγάλωσε στο Hallencourt, ένα μικρό εργατικό χωριό στη βόρεια Γαλλία. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε απείχε πολύ από εκείνο στο οποίο θα βρισκόταν αργότερα. Στο σπίτι του, τα βιβλία ήταν σχεδόν απόντα, οι οικονομικές δυσκολίες αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας και ο ίδιος έχει μιλήσει πολλές φορές για τον εκφοβισμό που δεχόταν επειδή δεν ανταποκρινόταν στην εικόνα της αρρενωπότητας που κυριαρχούσε γύρω του**. Αργότερα έφυγε, σπούδασε και άλλαξε επίσημα το όνομά του σε Εντουάρ Λουί.

Αυτή η απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους βρίσκεται στην καρδιά της γραφής του. Ο Λουί γράφει για τη ζωή από την οποία έφυγε, δίχως να προσποιείται ότι την παρατηρεί ως ουδέτερος θεατής. Γράφει για τον εαυτό του, τους γονείς του, τα αδέλφια του, τη σεξουαλικότητά του, τη ντροπή, την επιθυμία να αλλάξει και το τίμημα αυτής της αλλαγής. Τα βιβλία του κινούνται ανάμεσα στο μυθιστόρημα, την αυτοβιογραφία και το κοινωνικό δοκίμιο. Ο ίδιος επιστρέφει συχνά στα ίδια γεγονότα και στα ίδια πρόσωπα, εξετάζοντάς τα κάθε φορά από διαφορετική πλευρά.

Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο έργο του. Οι άνθρωποι στα βιβλία του σπάνια παραμένουν αυτό που έδειχναν στην αρχή. Ο πατέρας που εμφανίζεται ως βίαιος στο πρώτο βιβλίο γίνεται αργότερα ένας άνθρωπος του οποίου το σώμα έχει καταπονηθεί από τη φτώχεια και τη χειρωνακτική εργασία. Η μητέρα αποκτά τη δική της ιστορία, πέρα από τον ρόλο της μέσα στην οικογένεια. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξετάζει με την ίδια αυστηρότητα τη δική του επιθυμία να απομακρυνθεί από την καταγωγή του και να γίνει κάποιος άλλος.

Η γλώσσα του είναι άμεση, συχνά κοφτή και απαλλαγμένη από περιττές περιγραφές. Ο Λουί δεν ενδιαφέρεται τόσο να κρύψει την πραγματικότητα πίσω από τη μυθοπλασία όσο να χρησιμοποιήσει τη λογοτεχνία για να την εξετάσει. Γι’ αυτό και στα βιβλία του μια οικογενειακή ιστορία μπορεί πολύ γρήγορα να γίνει ιστορία για την κοινωνική τάξη, μια ανάμνηση από το σχολείο να μιλήσει για την ομοφοβία και η ιστορία ενός γονιού να συνδεθεί με μεγαλύτερες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Ο ίδιος έχει περιγράψει επανειλημμένα τη γραφή του ως πολιτική και έχει τοποθετήσει τη βία, προσωπική αλλά και κοινωνική, στον πυρήνα του έργου του**.

Σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία, τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περίπου τριάντα γλώσσες και ο Λουί έχει αποκτήσει ένα αναγνωστικό κοινό πολύ μεγαλύτερο από τα όρια της Γαλλίας. Και ίσως αυτό να εξηγείται από κάτι αρκετά απλό. Οσο συγκεκριμένες κι αν είναι οι ιστορίες του, μιλούν για ερωτήματα που ξεπερνούν τη δική του βιογραφία. Πόσο μας καθορίζει το μέρος όπου γεννηθήκαμε; Πόσο εύκολο είναι να αλλάξουμε ζωή; Και όταν τελικά φύγουμε από έναν κόσμο, μπορούμε πραγματικά να τον αφήσουμε πίσω μας;

Το βιβλίο από το οποίο ξεκίνησαν όλα

Το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» είναι το βιβλίο που σύστησε τον Εντουάρ Λουί στο αναγνωστικό κοινό και ταυτόχρονα εκείνο που περιέχει σχεδόν σε πρώτη μορφή όλα τα θέματα στα οποία θα επιστρέψει τα επόμενα χρόνια. Κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2014, όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις 21 ετών, προκάλεσε μεγάλη συζήτηση και γνώρισε γρήγορα διεθνή επιτυχία. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μιχάλη Αρβανίτη.

Ο Εντύ Μπελγκέλ μεγαλώνει στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε ένα φτωχό χωριό της βόρειας Γαλλίας. Το περιβάλλον γύρω του είναι ένας κόσμος όπου η φτώχεια, το αλκοόλ, η σωματική βία και η αυστηρή εικόνα του «πραγματικού άντρα» αποτελούν σχεδόν μέρος της καθημερινότητας. Ο ίδιος καταλαβαίνει πολύ νωρίς ότι διαφέρει. Ο τρόπος που περπατά, που μιλά και που κινείται αρκεί για να γίνει στόχος στο σχολείο. Οι προσβολές και οι επιθέσεις που δέχεται λόγω της θηλυπρέπειας που οι άλλοι βλέπουν πάνω του δεν παρουσιάζονται ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως κομμάτι ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος.

Το σημαντικό είναι ότι ο Λουί δεν γράφει απλώς μια ιστορία για τον σχολικό εκφοβισμό ή για τη δύσκολη αποδοχή της ομοφυλοφιλίας. Προσπαθεί να δείξει πώς ένα παιδί μαθαίνει από πολύ μικρό τι επιτρέπεται να είναι και τι πρέπει να κρύψει για να μπορέσει να επιβιώσει. Ο Εντύ προσπαθεί να αλλάξει τη φωνή του, τις κινήσεις του, ακόμη και τις επιθυμίες του. Θέλει να γίνει αυτό που περιμένουν οι άλλοι από εκείνον. Όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι η μόνη πραγματική δυνατότητα είναι να φύγει.

Η γλώσσα του βιβλίου είναι σκληρή, γρήγορη και άμεση. Ο Λουί δεν προσπαθεί να εξωραΐσει το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε ούτε να μετατρέψει τη φτώχεια σε κάτι γραφικό. Ταυτόχρονα, αποφεύγει σταδιακά την εύκολη εξήγηση ότι υπάρχουν απλώς «καλοί» και «κακοί». Οι άνθρωποι που ασκούν βία έχουν και οι ίδιοι μεγαλώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η κοινωνική θέση, η έλλειψη χρημάτων και συγκεκριμένες αντιλήψεις για την αρρενωπότητα περιορίζουν τις επιλογές τους.

Και εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου. Η προσωπική ιστορία του Εντύ γίνεται η ιστορία ενός ολόκληρου περιβάλλοντος. Η φυγή του, στο τέλος, είναι ταυτόχρονα γεωγραφική, κοινωνική και προσωπική. Για να μπορέσει να γίνει ο Εντουάρ Λουί, πρέπει πρώτα να τελειώσει με τον Εντύ Μπελγκέλ. Ακόμη και τότε, βέβαια, το παρελθόν δεν εξαφανίζεται. Στην πραγματικότητα, θα γίνει το υλικό πάνω στο οποίο θα χτίσει σχεδόν ολόκληρη τη συγγραφική του πορεία.

Όταν η μητέρα γίνεται το κεντρικό πρόσωπο

Αρκετά χρόνια μετά το πρώτο του βιβλίο, ο Λουί επιστρέφει στη μητέρα του. Μόνο που αυτή τη φορά τη βλέπει διαφορετικά. Στους «Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας», που κυκλοφόρησαν στη Γαλλία το 2021, η Μονίκ παύει να είναι απλώς ένα πρόσωπο της δύσκολης παιδικής ηλικίας του συγγραφέα και αποκτά τη δική της ιστορία.

Το βιβλίο ξεκινά από μια φωτογραφία της μητέρας του όταν ήταν νέα. Ο Λουί βλέπει μια γυναίκα χαρούμενη, γεμάτη δυνατότητες και επιθυμίες, πολύ διαφορετική από εκείνη που θυμάται από τα παιδικά του χρόνια. Και το ερώτημα γεννιέται σχεδόν από μόνο του. Τι συνέβη στο διάστημα που μεσολάβησε; Πώς μια νέα γυναίκα έφτασε να ζει για χρόνια μέσα στη φτώχεια, στην εξάρτηση από τους άνδρες και σε μια καθημερινότητα που άφηνε ελάχιστο χώρο για τη δική της ζωή;

Ο Λουί παρακολουθεί τη μητέρα του όχι μόνο ως γιο της, αλλά και σαν να προσπαθεί να καταλάβει εκ νέου έναν άνθρωπο τον οποίο κάποτε πίστευε ότι γνώριζε. Θυμάται τη φτώχεια, τις δυσκολίες της οικογένειας, τις σχέσεις της με τους άνδρες, τις απογοητεύσεις της. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει και τη δική του συμπεριφορά απέναντί της. Ως παιδί και αργότερα ως νεαρός που προσπαθούσε να απομακρυνθεί από την κοινωνική του καταγωγή, ένιωθε συχνά ντροπή για εκείνη. Το βιβλίο περιέχει έτσι και μια μορφή αυτοκριτικής. Ο συγγραφέας καταλαβαίνει ότι στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τον κόσμο όπου μεγάλωσε, πολλές φορές απέρριψε και τους ανθρώπους που είχαν παραμείνει σε αυτόν.

Η μεγάλη αλλαγή έρχεται όταν η Μονίκ, στα σαράντα και κάτι της χρόνια, αποφασίζει να φύγει. Εγκαταλείπει τον σύζυγό της, αρχίζει να εργάζεται, μετακινείται αργότερα στο Παρίσι και αποκτά σταδιακά μια ανεξαρτησία που για χρόνια έμοιαζε αδύνατη. Ο Λουί αντιμετωπίζει αυτή την αλλαγή σχεδόν με θαυμασμό. Η γυναίκα που πίστευε ότι ήταν καταδικασμένη να παραμείνει για πάντα στην ίδια κατάσταση αποδεικνύει ότι μπορεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της.

Οι «Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας», σε μετάφραση Στέλλας Ζουμπουλάκη, είναι από τα πιο τρυφερά βιβλία του. Η πολιτική υπάρχει παντού, μόνο που δεν έρχεται μέσα από μεγάλες θεωρητικές αναλύσεις. Υπάρχει στο ποιος έχει χρήματα και ποιος όχι, στο ποιος μπορεί να φύγει από μια σχέση, στο ποιος έχει τη δυνατότητα να μορφωθεί ή να εργαστεί και στο πόσο διαφορετικές επιλογές προσφέρονται σε μια γυναίκα ανάλογα με την κοινωνική της θέση. Πάνω απ' όλα, όμως, είναι ένα βιβλίο για τη δυνατότητα της αλλαγής. Σε αντίθεση με άλλες ιστορίες του Λουί, όπου το κοινωνικό περιβάλλον μοιάζει να κλείνει όλες τις εξόδους, εδώ υπάρχει μια πραγματική αλλαγή. Η Μονίκ δεν διαγράφει όσα έζησε. Καταφέρνει, όμως, να μην αφήσει το παρελθόν να αποφασίσει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της.

Η ελευθερία δεν κατακτάται μόνο μία φορά

Η ιστορία της μητέρας του θα μπορούσε να είχε τελειώσει εκεί. Η Μονίκ έχει φύγει από τον γάμο της, έχει αλλάξει ζωή, έχει βρει μια μορφή ανεξαρτησίας. Στο «Η Μονίκ δραπετεύει», όμως, ο Λουί επιστρέφει σε εκείνη ακριβώς για να δείξει ότι η απελευθέρωση δεν ακολουθεί πάντα μια ευθεία πορεία. Το βιβλίο ξεκινά με ένα τηλεφώνημα. Ο Λουί βρίσκεται σε συγγραφική διαμονή στην Αθήνα όταν η μητέρα του τον καλεί κλαίγοντας. Ο άνδρας με τον οποίο ζει πίνει και την προσβάλλει συστηματικά. Η ίδια είχε πιστέψει ότι, φεύγοντας από τον πατέρα του Λουί, είχε αφήσει πίσω αυτή τη ζωή. Τώρα βλέπει τις ίδιες συμπεριφορές να επιστρέφουν και νιώθει ότι βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη.

Ο γιος της τής λέει να φύγει αμέσως. Από αυτό το σημείο και μετά, το βιβλίο αποκτά σχεδόν τον ρυθμό μιας πραγματικής απόδρασης. Πού θα πάει; Πώς θα μετακινηθεί; Με τι χρήματα θα μπορέσει να ζήσει; Πώς ξεκινά από την αρχή ένας άνθρωπος που έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του μεγαλώνοντας παιδιά, με μικρή οικονομική ανεξαρτησία και περιορισμένες δυνατότητες; Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου. Ο Λουί μετατρέπει μια μεγάλη και αφηρημένη λέξη, την «ελευθερία», σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Για να φύγει κάποιος χρειάζεται χρήματα. Χρειάζεται σπίτι. Χρειάζεται πρόσβαση σε μεταφορές και τεχνολογία. Χρειάζεται ανθρώπους που θα σηκώσουν το τηλέφωνο όταν τους καλέσει. Η προσωπική απόφαση είναι μόνο η αρχή. Το αν μπορεί πραγματικά να πραγματοποιηθεί εξαρτάται και από τις υλικές δυνατότητες που έχει ένας άνθρωπος.

Παράλληλα, το βιβλίο είναι και μια ιστορία για τη σχέση μητέρας και γιου. Ο Λουί δεν βρίσκεται πια στη θέση του παιδιού που θέλει να απομακρυνθεί από την οικογένειά του. Τώρα είναι εκείνος που μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δική του οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία για να βοηθήσει τη μητέρα του να αποκτήσει τη δική της. Ανάμεσά τους υπάρχουν παλιές πληγές, συγκρούσεις και πράγματα που έχουν ειπωθεί και γραφτεί. Στη διάρκεια αυτής της νέας φυγής, ωστόσο, η σχέση τους αλλάζει ξανά.

Το «Η Μονίκ δραπετεύει», σε μετάφραση Στέλλας Ζουμπουλάκη, είναι πιο φωτεινό από αρκετά βιβλία του Λουί. Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται αισιόδοξο με εύκολο τρόπο. Η Μονίκ πρέπει να ξαναφτιάξει τη ζωή της και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες όσων έχουν προηγηθεί. Υπάρχει, όμως, κάτι πολύ σημαντικό που σπάνια συναντάμε τόσο καθαρά στα πρώτα έργα του συγγραφέα: η δυνατότητα μιας δεύτερης, ακόμη και μιας τρίτης αρχής. Η φυγή εδώ δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Είναι η στιγμή από την οποία μια καινούργια ιστορία μπορεί επιτέλους να αρχίσει.

Μπορείς να καταλάβεις έναν άνθρωπο που σε πλήγωσε;

Στην «Κατάρρευση», ο Εντουάρ Λουί στρέφεται στον μεγαλύτερο αδελφό του, έναν άνθρωπο με τον οποίο είχε διακόψει σχεδόν κάθε επαφή για περίπου δέκα χρόνια. Ο αδελφός του πεθαίνει στα 38 του χρόνια, έπειτα από χρόνια κατάχρησης αλκοόλ και μια ζωή που μοιάζει να έχει διαλυθεί πολύ πριν από τον ίδιο τον θάνατό του. Το βιβλίο ξεκινά από μια εξομολόγηση δύσκολη και σχεδόν ψυχρή. Όταν ο Λουί μαθαίνει ότι ο αδελφός του πέθανε, δεν αισθάνεται σχεδόν τίποτα. Από αυτή την απουσία πένθους ξεκινά η έρευνα. Γιατί δεν θρηνεί; Ποιος ήταν πραγματικά ο αδελφός του; Και μήπως η εικόνα που έχει κρατήσει για εκείνον είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας;

Ο αδελφός του παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος γεμάτος όνειρα. Φανταζόταν ότι θα γινόταν σπουδαίος τεχνίτης, ότι θα ταξίδευε, ότι θα αποκτούσε χρήματα, ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από το φτωχό εργατικό περιβάλλον όπου είχε μεγαλώσει. Κανένα από αυτά τα σχέδια δεν πραγματοποιήθηκε. Σταδιακά η ζωή του γεμίζει αλκοόλ, απογοήτευση και βία. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι συχνά καταστροφικές, η συμπεριφορά του μπορεί να γίνει μισογυνική, ομοφοβική και επιθετική, ενώ και η σχέση του με τον ίδιο τον Λουί έχει βαθιά τραυματιστεί.

Ο συγγραφέας θα μπορούσε εύκολα να γράψει ένα βιβλίο κατηγορίας. Επιλέγει κάτι δυσκολότερο. Μιλά με τη μητέρα του, τα αδέλφια του και γυναίκες που είχαν σχέση με τον αδελφό του. Συγκεντρώνει διαφορετικές μαρτυρίες και ανακαλύπτει έναν άνθρωπο που δεν χωρά εύκολα στην εικόνα που είχε κρατήσει. Κάποιοι θυμούνται έναν βίαιο άνδρα, άλλοι έναν τρυφερό άνθρωπο ικανό για γενναιοδωρία. Και τα δύο μπορεί να είναι αληθινά ταυτόχρονα.

Αυτό ακριβώς κάνει την «Κατάρρευση» ένα από τα πιο σύνθετα βιβλία του Λουί. Η κοινωνική προέλευση και η φτώχεια μπορούν να εξηγήσουν πλευρές μιας ζωής, όχι όμως να σβήσουν την προσωπική ευθύνη. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος υπέφερε δεν ακυρώνει τον πόνο που προκάλεσε ο ίδιος. Ο Λουί κρατά αυτή την αντίφαση ανοιχτή αντί να προσπαθήσει να τη λύσει. Υπάρχει, παράλληλα, και κάτι ακόμη πιο προσωπικό. Ο ένας αδελφός κατάφερε να φύγει. Σπούδασε, άλλαξε όνομα, μπήκε σε έναν διαφορετικό κοινωνικό κόσμο, έγινε γνωστός συγγραφέας και απέκτησε οικονομικές δυνατότητες που η οικογένειά του δεν είχε ποτέ. Ο άλλος έμεινε πίσω και σταδιακά κατέρρευσε. Αυτή η αντίθεση γεννά και ένα αίσθημα ενοχής, το οποίο ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να κρύψει.

Σε επίπεδο γραφής, η «Κατάρρευση» είναι περισσότερο κατακερματισμένη. Ο Λουί χρησιμοποιεί αναμνήσεις, μαρτυρίες άλλων ανθρώπων, διάλογο και στοχασμούς γύρω από το πένθος, προσπαθώντας να προσεγγίσει έναν άνθρωπο που όσο ζούσε είχε απομακρύνει από τη ζωή του. Αυτή η μορφή ταιριάζει και με το βασικό ερώτημα του βιβλίου. Δεν υπάρχει μία ιστορία του αδελφού του, αλλά πολλές διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Και ίσως εδώ φτάνει σε ένα από τα πιο δύσκολα σημεία ολόκληρου του έργου του. Η κατανόηση δεν σημαίνει συγχώρεση και η εξήγηση δεν σημαίνει δικαιολόγηση. Ο Λουί προσπαθεί να κοιτάξει κατάματα έναν άνθρωπο που υπήρξε βίαιος και ταυτόχρονα υπήρξε ο αδελφός του, ένα παιδί που κάποτε είχε όνειρα και ένας ενήλικας που δεν κατάφερε να τα πραγματοποιήσει.

Αν το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» είναι η ιστορία ενός παιδιού που κατάφερε να φύγει, η «Κατάρρευση» είναι κατά κάποιον τρόπο η ιστορία εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Μονίκ και οι δικές της δύο αποδράσεις. Έτσι, διαβάζοντας τα τέσσερα βιβλία μαζί, σχηματίζεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια σειρά αυτοβιογραφικών ιστοριών. Είναι το πορτρέτο μιας οικογένειας στην οποία κάθε μέλος προσπαθεί, με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετικό αποτέλεσμα, να ξεφύγει από όσα του όρισε η καταγωγή του. Και ίσως αυτό είναι τελικά το ερώτημα που ενώνει μεγάλο μέρος της γραφής του Εντουάρ Λουί. Πόσο από τη ζωή μας μπορούμε πράγματι να αλλάξουμε και πόσο από εκείνο που προσπαθήσαμε να αφήσουμε πίσω συνεχίζει να μας ακολουθεί;

Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr](https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKnGiQsw6K6bAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR:el)

Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr

Βαθμός Πρωτοτυπίας

91

91.0

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου100/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής40/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 07:32

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο