Η Χάιδω του Ηρακλή: Η γυναίκα που κάθε βράδυ προσεύχεται στην εικόνα του Βασίλη Χατζηπαναγή

Η Χάιδω του Ηρακλή: Η γυναίκα που κάθε βράδυ προσεύχεται στην εικόνα του Βασίλη Χατζηπαναγή
Η γιαγιά της κυανόλευκης κερκίδας που έκανε την αφοσίωση της στην ομάδα τρόπο ζωής
Στον Ηρακλή την λατρεύουν και την τιμούν, οι αντίπαλοι την σέβονται. Η ίδια κάθε φορά που μιλά για την αγαπημένη της ομάδα δακρύζει. Αλλά η Χάιδω Παρασκευαΐδου δεν είναι μόνο η γιαγιά – σύμβολο της κυανόλευκης κερκίδας. Είναι μια γυναίκα που μπήκε στην εργατική βιοπάλη από μικρή, σφυρηλατημένη στα δύσκολα και με μια καρδιά που παρέμεινε και παραμένει ανεξίτηλα βαμμένη σε χρώμα κυανό και μάτια που εξακολουθούν να τα βλέπουν όλα…μπλε. Μια γυναίκα που η ζωή της καθρεφτίζεται πάνω στα σκαμμένα της χέρια.
Η πρώτη φορά που πάτησε το πόδι της στο γήπεδο ήταν περίπου 70 χρόνια πριν. Αν κι έκανε δύο γάμους στη ζωή της, ήταν ο δεύτερος σύζυγός της, ο Σταύρος – σε αντίθεση με τον πρώτο, τον Κώστα, που δεν ασχολιόταν με το ποδόσφαιρο – εκείνος που ήταν αληθινός Ηρακληδέας και της μετέδωσε το «σαράκι» της ομάδας. Όταν αργότερα τον έχασε, ο κόσμος του Ηρακλή και η ίδια η ομάδα έγιναν σχεδόν η μόνη της συντροφιά, το καταφύγιο, η δεύτερη οικογένειά της.
Την απέραντη δοτικότητά της την έμαθε από το σπίτι της: «Μοιάζω περισσότερο στη μάνα μου. Μου έδινε το φαΐ της κι εκείνη έμενε νηστική», θυμάται η ίδια. Αυτή την ανιδιοτέλεια την κουβάλησε σε ολόκληρη της διαδρομή. Σε ηλικία μόλις 25 χρονών, μπήκε στον σκληρό και ανδροκρατούμενο κόσμο της Λαχαναγοράς. Με το αστείρευτο πείσμα και τον τσαμπουκά της, δεν λογάριαζε εμπόδια: όταν χρειαζόταν, έμπαινε η ίδια στο τιμόνι ενός τριαξονικού Scania με συρόμενο για να μεταφέρει εμπορεύματα από τη Θεσσαλονίκη, ενώ μόλις τελείωνε τα δικά της τενεκεδάκια, έτρεχε αμέσως να βοηθήσει τις συναδέλφους της. «Έχω κουβαλήσει εγώ καρπούζι ένα – προς ένα στη ζωή μου. Για αυτό τα χέρια μου είναι έτσι πια. Σκληρά…», εξομολογείται.
Αυτή η δύναμη ψυχής ήταν που την κράτησε όρθια και στις μεγάλες περιπέτειές της υγείας της, γλιτώνοντας τρεις φορές από τη σκιά του θανάτου: μια στα 21 της μετά από ένα βαρύ χειρουργείο, μία όταν νοσηλεύτηκε για 17 ημέρες με covid-19 στην καρδιά της υγειονομικής κρίσης, και μία πολύ πρόσφατα μετά από μία σοβαρή λιποθυμία (παρενέργεια ενός χαπιού που παίρνει για την καρδιά της) και τραυματισμό στο κεφάλι.
Όσες όμως δυσκολίες κι αν έφερε η ζωή στο κατώφλι της, η μεγάλη της αναπνοή, η βαθιά της ανάσα ήταν και παραμένει ο Ηρακλής. Για δεκαετίες, έχανε παιχνίδια μόνο όταν εργαζόταν· διαφορετικά, η θέση της στην κερκίδα ήταν εγγυημένη. Χαρακτηριστική εικόνα της βαθιάς αφοσίωσης είναι το κάδρο του Βασίλη Χατζηπαναγή που διατηρεί με ευλάβεια στο σπίτι της – και σ’ αυτό στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης, αλλά και στον Πολύγυρο από όπου κατάγεται και πηγαίνει συνήθως τις καθημερινές προκειμένου να έχει για συντροφιά τον ανηψιό της. Σ’ αυτή την εικόνα, μπρος στο Νουρέγιεφ των γηπέδων, τον Βάσια, η Χάιδω γονατίζει και προσεύχεται. Κάθε βράδυ. Σαν ένα δικό της προσκύνημα στην ιδέα της ομάδας.
Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, αν μπορούσε να μιλήσει στον 20χρονο εαυτό της, θα του έλεγε πως έζησε τεράστιες στιγμές με το σήμα του Ημίθεου στο πέτο, αλλά και μια ανεξίτηλη πικρία: «Την αδικία που βιώσαμε με τους τρεις υποβιβασμούς στα “χαρτιά”, δεν θα την ξεχάσω ποτέ». Κι όντως δεν την ξέχασε. Ήταν εκεί, σε όλα. Στις πορείες, στις διαμαρτυρίες, σε κάθε μικρό χωριό της υπαίθρου. Ήταν παρούσα στις πιο μελανές σελίδες που γράφτηκαν ποτέ για ποδοσφαιρική ομάδα, η οποία δεν υποβιβάστηκε ποτέ αγωνιστικά, παρά μόνο πίσω από τις κλειστές πόρτες του διεφθαρμένου κόσμου του ποδοσφαίρου, τις φωτογραφικές αποφάσεις μιας βραδιάς από πολιτικούς και αθλητικούς φορείς.
Κι όμως, μέσα στην καρδιά της δεν υπάρχει χώρος για μίσος: «Όχι, δεν μου αρέσει αυτή η οπαδική έχθρα που υπάρχει συχνά, μεταξύ νέων ανθρώπων. Ποτέ κάτι τέτοιο δεν μπορεί να έχει ευτυχή κατάληξη. Εγώ δεν έχω δικά μου παιδιά, αλλά τ’ αγαπάω όλα πολύ. Γι’ αυτό συχνά όταν τα συναντώ στο γήπεδο τους λέω “είστε όλα δικά μου παιδιά γι’ αυτό και σας συμβουλεύω να προσέχετε”».
Κανείς εξάλλου, δεν διανοείται να αμφισβητήσει την παρουσία της στο Καυτανζόγλειο, στο Ιβανώφειο ή στο Κατσάνειο: «Δεν μπορεί ποτέ κανείς να μου πει “άντε ρε κύρα – Χάιδω, κάτσε σπίτι, φτάνει πια με το γήπεδο». Αυτό δεν μπορεί να μου το πει κανένας, γιατί ξέρει την αγάπη μου για την ομάδα, αλλά ξέρει παράλληλα και τι θα μαζέψει μετά. Δεν φτάνω εύκολα στο μπινελίκι, αλλά άμα με φέρεις στα άκρα δεν γλιτώνεις».
Η εκτίμηση του κόσμου στο πρόσωπό της συχνά ξεπερνά τα όρια της απλής οπαδικής αγάπης. Το 2015, μέσα στη δίνη της οικονομικής αβεβαιότητας και μετά το δημοψήφισμα, οι οργανωμένοι οπαδοί του Ηρακλή αποφάσισαν να εκδώσουν το δικό τους εναλλακτικό χαρτονόμισμα, το «ΗΡΑ», μιμούμενοι την ανταλλακτική οικονομία (Τρουέκε) που ίσχυσε στην Αργεντινή κατά τη δική της κρίση χρέους. Στη μία όψη του, το νόμισμα δεν έφερε κάποιον πολιτικό ή ιστορικό ηγέτη, αλλά τη μορφή της κυρα – Χάιδως – ως την απόλυτη «θεά», το ζωντανό σύμβολο μιας κυανόλευκης πίστης, σχεδόν θρησκευτικής. Έχει συμμετάσχει σε οπαδικά βίντεο, έχει γίνει εξώφυλλο σε οπαδικά fanzine, ενώ κάθε τόσο γίνεται viral στο διαδίκτυο. Όσοι σχολιάζουν τα πεπραγμένα της στις κερκίδες έχουν μια μόνιμη επωδό: «Εδώ, δεν χωρούν οπαδικά».
Η αναγνώριση της από κάθε κατεύθυνση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα και μάλιστα, με τον πιο ευρηματικό τρόπο. Η απόφαση του τμήματος μπάσκετ του Ηρακλή να δημιουργήσει μια επίσημη μασκότ εμπνευσμένη από τη μορφή της – μια κίνηση που υμνήθηκε πανελληνίως ως μια από τις πιο πρωτότυπες και συγκινητικές αποδόσεις τιμής στον ελληνικό αθλητισμό – απέδειξε πως η Χάιδω δεν είναι απλά μια φίλαθλος, αλλά το ίδιο το πνεύμα της ομάδας, ίσως το πνεύμα του ίδιου του αθλητισμού. Ο μύθος. Η φυσιογνωμία. «Ήταν τεράστια τιμή για εμένα όλο αυτό που συνέβη την περασμένη Κυριακή στο Ιβανώφειο. Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω αυτούς τους ανθρώπους που εμπνεύστηκαν όλο αυτό. Σίγουρα θα περάσω κάποια στιγμή από τα γραφεία να τους πω πόσο τιμητικό ήταν και τι σήμαινε για εμένα αυτή η κίνηση. Προς το παρόν δεν βρίσκω τα κατάλληλα λόγια για να το εκφράσω».
Δεν είναι όμως μόνο ο σύλλογος, ο οργανισμός Ηρακλής, οι οπαδοί που λατρεύουν την κύρα – Χάιδω. Είναι και οι ίδιοι οι προπονητές και αθλητές. Αμίμητες και ιστορικές ορισμένες από τις “μπούκες” της στα αποδυτήρια, είτε για να αγκαλιάσει τους πρωταγωνιστές, είτε για να τους συγχαρεί, είτε για να τους ζητήσει να προσπαθήσουν περισσότερο, είτε ακόμα και για να τα ψάλει. Πότε μέχρι σήμερα κανείς δεν της αρνήθηκε την πρόσβαση. Ίσα – ίσα που μεγάλοι προπονητές, μεγάλα ποδοσφαιρικά, μπασκετικά και βολεϊκά ονόματα είχαν πάντα μια μεγάλη αγκαλιά γι’ αυτή. «Βρε αυτοί είναι παιδιά μου. Πάντα έχω μια μεγάλη αγκαλιά για όλους αυτούς που φέρουν το σήμα της αγαπημένης μου ομάδας. Μια αγκαλιά και για τον Κούστα που του έχω αδυναμία. Εκτός από παικταράς, είναι και εξαιρετικός χαρακτήρας. Και μ’ αγαπάει και αυτός». Μα, άραγε υπάρχει κανείς που να μην…
Στα πέτρινα χρόνια των υποβιβασμών και της συμμετοχής του Ημίθεου στις χαμηλότερες κατηγορίες του ελληνικού ποδοσφαίρου, η Χάιδω ήταν πάντα εκεί, στην πρώτη γραμμή μαζί με τους πιστούς οπαδούς, κρατώντας ζωντανή τη σπίθα του συλλόγου στα τοπικά γήπεδα: «Βρε να πεινάω, να μην έχω να φάω, εκατομμύρια να μου δώσουν, εγώ τον Ηρακλή δεν τον πουλάω» υπογραμμίζει στην Parallaxi.
Σήμερα, επτά δεκαετίες μετά το πρώτο της παιχνίδι, συνεχίζει να παρακολουθεί στενά κάθε αγώνα από τη πρώτη σειρά του παρκέ ή της κερκίδας. «Ο Ηρακλής μου δίνει ζωή. Είναι σαν το καλώδιο που το βάζεις στην πρίζα – έτσι με χτυπάει! Μπορώ να μιλώ μερόνυχτα για αυτόν τον σύλλογο, γι’ αυτή την ομάδα. Αυτός είναι που με κρατάει, που μου δίνει αναπνοή».
Κι αν τη ρωτήσεις τι είναι αυτό που ζητάει ακόμα από τη ζωή, η απάντησή της βγαίνει κατευθείαν από σπλάχνα κάθε Ηρακληδέα: «Για φέτος δεν ζητάω πολλά. Θέλω μια θέση ανάμεσα στο 5-7 για το ποδόσφαιρο. Εκείνο που θέλω πιότερο από όλα είναι ένα πρωτάθλημα που δεν πήρα μέχρι σήμερα κι ένα γήπεδο να δω. Ενα δικό μας «σπίτι» που το θέλουμε και το χρειαζόμαστε πάντα τόσο πολύ». Η Χάιδω Παρασκευαΐδου με το κυανόλευκο κασκόλ πάντα περασμένο στο λαιμό της και ένα βλέμμα γεμάτο πάθος, υπενθυμίζει σε όλους τι σημαίνει αυθεντική αθλητική αγνότητα, ανιδιοτελής αφοσίωση και αντοχή στο χρόνο. Όπως είπε και ο Αντουάν ντε Σαιντ – Εξυπερύ «αγάπη δεν ειναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά να κοιτάζουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση». Γι’ αυτό και η κυρά – Χάιδω όταν μιλά για Ηρακλή, υψώνει την γροθιά και κοιτάζει πάντα ψηλά, με κατεύθυνση τον…ουρανό.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.5
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 07:36
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο