Νέα από το Ναυαρχείο: Μια μικρή πραγματεία, ένα αληθινό παραμύθι περί πλεύσεως, μεταγραφών και σωτηρίας της πατρίδας

ΠΡΩΤΟCretalive
Φωτογραφία: Cretalive

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα που έπλεε πάνω στη θάλασσα, σχεδόν πλωτή από τη μια της άκρη ως την άλλη, και με πολιτική μνήμη περίπου όσο κρατούσε η αφρόσκονη των κυμάτων στα αρχιπελάγη της, υπήρχε ένα μεγάλο Ναυαρχείο.Το Ναυαρχείο εξέδιδε τακτικά νότες για την κατάσταση του στόλου, τις καιρικές συνθήκες, τις δράσεις των στελεχών του και τις εθνικές ανάγκες. Οι ανακοινώσεις ήταν πάντα σοβαρές, ακόμη κι όταν αφορούσαν πράγματα που, αν συνέβαιναν σε ένα κοινό καράβι, θα προκαλούσαν γέλια στο πλήρωμα.Εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα, ανακοινώθηκε ότι ένας Ναύαρχος είχε αλλάξει λιμάνι.Στην ουσία δεν επρόκειτο για αλλαγή λιμανιού. Επρόκειτο για μια νέα αφετηρία.Δεν αφορούσε μετακίνηση. Αφορούσε συστράτευση.Και δεν επρόκειτο για αναζήτηση άλλου πλοίου. Επρόκειτο για ανταπόκριση στις μεγάλες ανάγκες της πατρίδας.Ο οικοδεσπότης τουνέου λιμανιού τον υποδέχθηκε θερμά. Οι κάμερες απαθανάτισαν τη χειραψία. Οι δηλώσεις μίλαγαν για ευθύνη, προοπτική, κοινωνία και δημοκρατία. Κάπου μέσα στις λέξεις, η χώρα αναστέναξε με ανακούφιση. Είχε βρεθεί ακόμη ένας άνθρωπος πρόθυμος να τη σώσει.Κανείς, ούτε ή ίδια βέβαια, δεν ρώτησε από τι ακριβώς.Ίσως επειδή σε εκείνο το βασίλειο οι σωτήρες δεν χρειαζόταν να εξηγούν τον κίνδυνο. Αρκούσε που ανακοίνωναν την άφιξή τους. Λένε πως, την ίδια περίπου εποχή, ένας ξένος συγγραφέας, ο Τσέχος Φραντς Κάφκα στο έργο του «Τα μπλε τετράδια, η σιωπή των Σειρήνων», είχε διηγηθεί μια παράξενη ιστορία για τον Οδυσσέα και τις Σειρήνες.Ο Οδυσσέας, γνωρίζοντας τους κινδύνους της θάλασσας, είχε δεθεί στο κατάρτι. Είχε φροντίσει να μην μπορεί να παρασυρθεί από το τραγούδι τους. Όλα ήταν οργανωμένα με τη σχολαστικότητα ενός θαλασσόλυκου που πίστευε πως, αν λάβει τις σωστές προφυλάξεις, θα μπορούσε να ελέγξει ακόμη και το άγνωστο.Μόνο που στην ιστορία του Κάφκα, οι Σειρήνες δεν τραγουδούσαν.Η σιωπή τους αποδείχθηκε πιο αινιγματική από κάθε τραγούδι.Στο Ναυαρχείο εκείνου του βασιλείου, οι Σειρήνες είχαν αναλάβει άλλο καθήκον. Δεν χρειαζόταν να τραγουδούν. Οι ανακοινώσεις μιλούσαν αρκετά. Μιλούσαν τόσο πολύ, ώστε κανείς να μη χρειάζεται να ακούσει εκείνο που έμενε ανείπωτο.Ποιος ξέρει άλλωστε, αν η μεγαλύτερη τέχνη της πολιτικής δεν είναι ακριβώς να γεμίζει τον αέρα με κούφιες λέξεις, για να μη διακρίνεται η σιωπή που βρίσκεται από κάτω;Ο Ναύαρχος της ιστορίας μας είχε ήδη ταξιδέψει αρκετά. Είχε ξεκινήσει από ένα λιμάνι, είχε γνωρίσει τα νερά του, είχε υπηρετήσει το στόλο του και είχε εκλεγεί με τη σημαία του. Κάποια στιγμή όμως, ο στόλοςτου έπαψε να τον εκφράζει, τουλάχιστον, έτσι θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς την αποχώρησή του.Ακολούθησε ένα διάστημα χωρίς σταθερή πρόσδεση, ο στόλος ναυλοχούσε αρόδου, στα ανοιχτά. Ο Ναύαρχος έμεινε για λίγο στο πέλαγος, όχι σαν ξέμπαρκος αλλά σε εκείνη την ιδιότυπη κατάσταση που οι ναυτικοί αποκαλούν ανεξαρτησία και οι πολιτικοί περισυλλογή.Ύστερα, μια νέα σημαία εμφανίστηκε στον ορίζοντα.Ήταν πράσινη, με παλαιά ιστορία, πολλές αναμνήσεις και αρκετά αποθέματα πολιτικής νοσταλγίας. Το λιμάνι της υποσχόταν ανανέωση, διεύρυνση και μια νέα αρχή. Ο Ναύαρχος έκρινε πως εκεί μπορούσε να επιλέξει τη νέα ρότα του.Και έτσι, χωρίς να αλλάξει τίποτε ουσιαστικό, ή τουλάχιστον, χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσει τι ακριβώς είχε αλλάξει, ο πλουςθα αποκτούσε νέο νόημα.Το προηγούμενο λιμάνι έγινε εμπειρία. Η αποχώρηση έγινε υπέρβαση.Η περίοδος της ανεξαρτησίας έγινε χρόνος ωρίμανσης.Και ο νέοςαπόπλους παρουσιάστηκε ως φυσική κατάληξη μιας ρότας που, αν την παρακολουθούσε κανείς προσεκτικά, θα έμοιαζε να έχει σχεδιαστεί εξαρχής.Αυτό είναι το θαυμαστό πλεονέκτημα της πολιτικής αφήγησης σε αυτό το βασίλειο. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς από πριν πού πηγαίνει. Αρκεί, όταν φθάσει, να εξηγήσει ότι πάντοτε προς τα εκεί κατευθυνόταν, αυτό ήταν το αζιμούθιο.Στο βασίλειο εκείνο υπήρχαν και μεγάλες αλάνες από γκαζόν που οι άνθρωποι τα λέγανε γήπεδα. Εκεί είχαν ανακαλύψει μια πολύ απλούστερη λέξη για το ίδιο φαινόμενο. Την έλεγαν μεταγραφή.Ένας ποδοσφαιριστής έφευγε από μια ομάδα και πήγαινε σε μια άλλη. Οι δημοσιογράφοι έγραφαν για οικονομικές απολαβές, αγωνιστικές φιλοδοξίες, καλύτερες προοπτικές. Κανείς δεν απαιτούσε από τον παίκτη να δηλώσει ότι εγκατέλειψε την προηγούμενη ομάδα του για να σώσει το ποδόσφαιρο, να θεραπεύσει την κοινωνία ή να αποκαταστήσει τη δημοκρατική ισορροπία της χώρας.Ο ποδοσφαιριστής, με την ακατέργαστη ειλικρίνεια του επαγγέλματός του, ομολογούσε ότι στη νέα ομάδα θα είχε καλύτερη προοπτική. Και όλοι καταλάβαιναν.Στο Ναυαρχείο όμως, η λέξη «μεταγραφή» θεωρούνταν κάπως λαϊκή. Είχε κάτι από κερκίδα, από κασκόλ, από πρόεδρο που υπόσχεται πρωτάθλημα και από παράγοντα που τηλεφωνεί λίγο πριν από τη λήξη της μεταγραφικής περιόδου.Έτσι, οι πολιτικοί είχαν καταργήσει τη λέξη, όχι όμως και την πράξη.Κι έτσι η αλλαγή ομάδας ονομάστηκε διεύρυνση και η αλλαγή φανέλαςυπέρβαση.Η αναζήτηση νέας πολιτικής στέγης, συστράτευση.Και η επιθυμία να παραμείνει κανείς στο παιχνίδι ονομάστηκε αίσθημα ευθύνης.Το γήπεδο, βεβαίως, παρέμενε το ίδιο. Μόνο οι φανέλες άλλαζαν, ενώ οι οπαδοί καλούνταν κάθε φορά να πιστέψουν πως δεν επρόκειτο για το ίδιο πρωτάθλημα, αλλά για μια καινούργια ιστορική εποχή.Το παράδοξο ήταν πως οι φίλαθλοι συχνά θυμούνταν τις παλιές δηλώσεις των παικτών. Θυμούνταν ποιον είχαν αποκαλέσει ανίκανο, ποια ομάδα είχαν χαρακτηρίσει αδιέξοδη, ποια πολιτική είχαν καταγγείλει ως καταστροφική.Οι ίδιοι οι παίκτες, αντιθέτως, διέθεταν μια σπάνια ικανότητα: θυμούνταν με εξαιρετική ακρίβεια το παρόν και με αξιοσημείωτη επιείκεια το παρελθόν.Μια μέρα, ένας παλιός ναύτης ρώτησε ένα Πλωτάρχη εκεί στο Ναυαρχείο «γιατί αλλάζουν τόσο συχνά οι προορισμοί των πλοίων;»Ο Πλωτάρχης χαμογέλασε συγκαταβατικά.«Δεν αλλάζουν οι προορισμοί», του είπε. «Αλλάζουν οι συνθήκες».«Και γιατί οι συνθήκες αλλάζουν πάντοτε την ώρα που αλλάζει το πλοίο;»Ο Πλωτάρχηςκοίταξε προς τη θάλασσα.«Επειδή η χώρα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή».«Και γιατί η χώρα βρίσκεται πάντοτε σε κρίσιμη καμπή όταν κάποιος χρειάζεται μια καινούργια αφετηρία;»Τότε ο Πλωτάρχηςσοβάρεψε. Η ερώτηση ήταν επικίνδυνη, όχι επειδή ήταν προσβλητική, αλλά επειδή ήταν απλή.Στο Ναυαρχείο, οι απλές ερωτήσεις θεωρούνταν συχνά ένδειξη ανεπαρκούς κατανόησης των σύνθετων εθνικών ζητημάτων.Ο παλιόςναύτης επέμεινε:«Μήπως, καμιά φορά, ο άνθρωπος αναζητεί ένα καλύτερο λιμάνι για τον εαυτό του;»Ο Πλωτάρχηςτον κοίταξε καχύποπτα και με μισό μάτι σαν να είχε μόλις αμφισβητήσει την ύπαρξη της πατρίδας.«Κύριε, εδώ δεν μιλάμε για τον εαυτό μας. Μιλάμε για την κοινωνία και την πατρίδα».Και τότε ο παλιός ναύτης κατάλαβε πως είχε κάνει το λάθος να ρωτήσει για τον άνθρωπο, ενώ η απάντηση αφορούσε πάντοτε δυο αφηρημένες και αμίλητες οντότητες, την κοινωνία και την πατρίδα.Η κοινωνία και η πατρίδα δεν διαμαρτυρόταν ποτέ.Δεν ζητούσαν εξηγήσεις.Δεν θυμόταν τις χθεσινές δηλώσεις.Δεν ρωτούσαν αν εκείνος που σήμερα ερχόταν να τις σώσει ήταν ο ίδιος που χθες τις είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους του νέου της σωτήρα.Η κοινωνία και η πατρίδα είχαν μια αξιοθαύμαστη ιδιότητα: συμφωνούσαν πάντοτε με την τελευταία νότα του Ναυαρχείου..Κι έτσι, στο βασίλειο εκείνο, η πολιτική απέκτησε τη δική της εκδοχή του παραμυθιού.Ήταν η ιστορία ενός ανθρώπου, ενός Ναυάρχου που ταξίδευε από λιμάνι σε λιμάνι, συναντούσε διαφορετικά πληρώματα και ύψωνε διαφορετικές σημαίες, χωρίς να χάνει ποτέ τον υπέρτατο σκοπό. Να υπηρετεί την πατρίδα.Δεν θα ήταν δίκαιο να ισχυριστούμε πως κάθε τέτοιο ταξίδι έκρυβε ιδιοτέλεια. Οι άνθρωποι αλλάζουν γνώμη, αναθεωρούν, απογοητεύονται, ωριμάζουν. Η πολιτική δεν είναι φυλακή και η συνέπεια δεν σημαίνει ισόβια πρόσδεση σε ένα κόμμα.Υπάρχει, ωστόσο, μια μικρή διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή πεποίθησης και στην αλλαγή εξήγησης.Η πρώτη απαιτεί να αναμετρηθείς με όσα πίστευες χθες.Η δεύτερη απαιτεί μόνο να βρεις τις κατάλληλες λέξεις για να παρουσιάσεις το χθες σαν να προετοίμαζε το σήμερα.Και το Ναυαρχείο είχε πάντοτε εξαιρετικούς λεξιπλάστες.Εκείνοι μπορούσαν να μετατρέψουν μια αποχώρηση σε πράξη με ηθικό πλεονέκτημα, μια αμφιβολία σε πολιτική ωρίμανση, μια αλλαγή στρατοπέδου σε ιστορική αναγκαιότητα. Είχαν μάθει να ντύνουν την προσωπική διαδρομή με τα ενδύματα της συλλογικής σωτηρίας.Ίσως, τελικά, αυτός να ήτανκαι ο μεγαλύτεροςεκχυδαϊσμός της πολιτικής σε εκείνο το βασίλειο.Όχι ότι ένας Ναύαρχος επιθυμούσε να συνεχίσει τη ρότα του, αλλά ότι δυσκολευόταν να το παραδεχθεί χωρίς να επικαλεστεί την τύχη ενός ολόκληρου λαού.Γιατί η φιλοδοξία, όταν ομολογείται, παραμένει ανθρώπινη.Όταν όμως μεταμφιέζεται σε εθνική αποστολή, ζητά από τους άλλους να χειροκροτήσουν όχι μόνο τον ταξιδιώτη, αλλά και τη μεταμφίεσή του.Στην ιστορία του Φραντς Κάφκα, ο Οδυσσέας είναι δεμένος στο κατάρτι, προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει το τραγούδι των Σειρήνων. Εκείνες σιωπούν, και η σιωπή τους γίνεται το πιο παράξενο στοιχείο της αφήγησης.Στο δικό μας ναυαρχείο, ο Ναύαρχος δεν είναι δεμένος στο κατάρτι. Είναι δεμένος στις παλιές του δηλώσεις. Διαθέτει όμως ένα προνόμιο που δεν είχε ο ομηρικός ήρωας. Μπορεί να αλλάζει το νόημά τους κάθε φορά που αλλάζει πλοίο.Οι Σειρήνες δεν χρειάζεται να τραγουδήσουν. Οι ανακοινώσεις φροντίζουν να καλύψουν το βρούχο της θάλασσας.Όμως η ουσιώδης ερώτηση μένει εκεί, αιωρούμενη χωρίς απάντηση:Τι ακριβώς ωθεί έναν άνθρωπο να εγκαταλείψει το ένα πλοίο και να επιβιβαστεί σε ένα άλλο;Μπορεί να είναι η συνείδηση. Μπορεί να είναι η πολιτική απογοήτευση. Μπορεί να είναι μια ειλικρινής μεταστροφή. Μπορεί, πάλι, να είναι η αίσθηση ότι το νέο πλοίο προσφέρει καλύτερες δυνατότητες για τη συνέχιση του πλου.Δεν γνωρίζουμε. Και δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι γνωρίζουμε.Αρκεί να παρατηρήσουμε πως, στη δημόσια τελετουργία του Ναυαρχείου, όλες οι πιθανές εξηγήσεις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα.Ο άνθρωπος δεν αναζητεί τον εαυτό του, αναζητεί την πατρίδα.Κι αν, παρεμπιπτόντως, η πατρίδα βρίσκεται στο λιμάνι που τον υποδέχεται θερμότερα, αυτό πρέπει να θεωρηθεί μια ευτυχής σύμπτωση της Ιστορίας.Το βράδυ, όταν οι κάμερες έσβησαν και οι σημαίες έπαψαν να ανεμίζουν για τις ανάγκες της φωτογραφίας, ο παλιός ναύτης πήγε ως την άκρη του λιμανιού.Είδε το πλοίο να απομακρύνεται αργά. Στην πρύμνη του, οι αξιωματούχοι χαιρετούσαν το πλήθος. Στην πλώρη, μια καινούργια σημαία έδειχνε τον δρόμο προς το μέλλον.«Πηγαίνει κόντρα στο κύμα», ή μου φαίνεται, ρώτησε κάποιος δίπλα του.Ο ναύτης κοίταξε τη θάλασσα.«Ίσως», απάντησε. «Μόνο που άλλο είναι να πηγαίνεις κόντρα στο κύμα κι άλλο να αλλάζεις πλοίο».Ο άλλος ενοχλήθηκε.«Και ποιος μπορεί να κρίνει τις προθέσεις ενός ανθρώπου;»«Κανείς», είπε ο ναύτης. «Αλλά μπορούμε να κρίνουμε τις εξηγήσεις του. Και, κυρίως, να θυμόμαστε τι έλεγε πριν χρειαστεί να δώσει τις καινούργιες».Ύστερα σώπασε.Δεν είχε τίποτε άλλο να προσθέσει. Ούτε ήθελε να γίνει καπετάνιος, ούτε να διεκδικήσει θέση στο πλήρωμα. Του αρκούσε να παρακολουθεί τα πλοία και να θυμάται πως η θάλασσα είναι μεγάλη, αλλά τα λιμάνια έχουν ονόματα.Το πλοίο χάθηκε στο σκοτάδι.Το Ναυαρχείο εξέδωσε την επόμενη νότα του. Μιλούσε για νέες προοπτικές, για αναγκαίες υπερβάσεις και για μια πορεία που συνεχιζόταν με συνέπεια.Κανείς δεν ανέφερε τη μεταγραφή.Κανείς δεν μίλησε για προσωπική διαδρομή.Κανείς δεν αναρωτήθηκε αν, μέσα στη μεγάλη περιπέτεια της σωτηρίας της πατρίδας, είχε βρεθεί χώρος και για τη σωτηρία της πολιτικής σταδιοδρομίας του Ναυάρχου.Και οι Σειρήνες εξακολουθούσαν να σιωπούν.Όχι επειδή δεν είχαν τίποτε να πουν.Αλλά επειδή, στο βασίλειο εκείνο, οι άνθρωποι είχαν μάθει να ακούν μόνο όσα ανακοινώνονταν επισήμως.Και να χειροκροτούν κάθε νέο λιμάνι σαν να ήταν ο τελικός προορισμός.Μέχρι πάλι το επόμενο. Είχε ο Θεός…Και για το βασίλειο και για το πόπολό του…

Βαθμός Πρωτοτυπίας

88

87.6

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου80/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής38/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 08:20

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο