Η Γερμανία και η Γαλλία θέλουν η ΕΕ να υψώσει φράγματα απέναντι στο κύμα του κινεζικού εμπορίου

ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΥ κατάλογο των θεμάτων στα οποία διαφωνούν η Γαλλία και η Γερμανία, η οικονομική πολιτική και το εμπόριο συνήθως βρίσκονται ψηλά. Όμως στις 5 Οκτωβρίου οι δύο χώρες έστειλαν μια εντυπωσιακή επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με εκτεταμένες προτάσεις για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η ολοένα και πιο εκφοβιστική εξαγωγική μηχανή της Κίνας (χωρίς να κατονομάζουν ρητά τη χώρα). Η επιστολή θα συμβάλει στη διαμόρφωση των διαπραγματεύσεων της τελευταίας στιγμής μεταξύ του επιτρόπου Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κινέζων ομολόγων του μέσα σε αυτή την εβδομάδα. Την επόμενη εβδομάδα, μια σύνοδος Ευρωπαίων ηγετών θα αποφασίσει εάν θα ακολουθήσει τη γαλλογερμανική γραμμή. Τώρα που η Γερμανία έχει αποφασίσει τη στάση της απέναντι στην Κίνα, τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν μια σαφώς προστατευτική τροπή.
Η Ευρώπη έχει έναν μακρύ κατάλογο παραπόνων. Οι κινεζικές επιχειρήσεις απειλούν την ευρωπαϊκή βιομηχανία με ανώτερα προϊόντα και χαμηλότερες τιμές. Αυτό, ισχυρίζονται οι Ευρωπαίοι, είναι εν μέρει αποτέλεσμα αθέμιτων επιδοτήσεων και ενός υποτιμημένου νομίσματος. Ούτε είναι διατεθειμένη η Κίνα να μοιραστεί την τεχνολογία της όταν επενδύει στην Ευρώπη. Έπειτα υπάρχει η εργαλειοποίηση από την Κίνα του ελέγχου που ασκεί σε κρίσιμες εισροές, όπως οι σπάνιες γαίες, τις οποίες χρειάζονται, μεταξύ άλλων, επιχειρήσεις που σχετίζονται με την άμυνα. Η υποστήριξη της Κίνας στον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία εξοργίζει επίσης τους Ευρωπαίους.
Επί χρόνια η Γερμανία αντιστεκόταν στη σημαντική σκλήρυνση της στάσης της ΕΕ. Είναι αλήθεια ότι τμήματα της γερμανικής βιομηχανίας έχουν υιοθετήσει πιο σκληρή στάση τα τελευταία χρόνια. Όμως οι Γερμανοί πολιτικοί παρέμεναν επί μακρόν απρόθυμοι να επιδιώξουν αντιπαράθεση. Κατέφευγαν ακόμη και σε κινήσεις που σηματοδοτούσαν υποχωρητικότητα απέναντι στην Κίνα, όπως όταν η Γερμανία ψήφισε κατά των δασμών της ΕΕ στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, τους οποίους η Ένωση εντούτοις ενέκρινε το 2024. Όμως, καθώς οι κινεζικές εξαγωγές πλήττουν πλέον τη βιομηχανική μηχανή της Γερμανίας, φέτος σημειώθηκε μια δραματική μεταστροφή. «Υπάρχει πλέον ευρεία συναίνεση ότι τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχιστούν έτσι», λέει ο Oliver Richtberg της VDMA, της γερμανικής ένωσης κατασκευαστών μηχανημάτων.
Η επιστολή το καταδεικνύει. Εάν εφαρμοζόταν μέσω του νομοθετικού μηχανισμού της ΕΕ, θα σηματοδοτούσε μια δραματική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο το μπλοκ σκοπεύει να αντιμετωπίσει την Κίνα. Η κύρια καινοτομία είναι μια «ικανότητα δεύτερου πλήγματος», όπως το θέτει ο Sander Tordoir του Centre for European Reform, μιας δεξαμενής σκέψης. Ο Emmanuel Macron, ο Γάλλος πρόεδρος, και ο Friedrich Merz, ο Γερμανός καγκελάριος, θέλουν να παραχωρήσουν στις Βρυξέλλες εξουσίες ώστε να μπορούν να μπορούν να ανταποδίδουν γρήγορα εναντίον χωρών που προβαίνουν σε αντίποινα όταν η ΕΕ επιβάλλει εμπορικά μέτρα λόγω φερόμενου αθέμιτου ανταγωνισμού. Όμως το εύρος της πρότασής τους είναι τόσο μεγάλο, ώστε ουσιαστικά ισοδυναμεί με μια αόριστη απειλή ανταπόδοσης απέναντι σε οτιδήποτε η Ευρώπη θεωρεί αθέμιτο.
«Είναι ένα πολιτικό μήνυμα για να δείξει στο Πεκίνο ότι η Ευρώπη και η Γερμανία, το εννοούν», λέει ένας Γερμανός αξιωματούχος. Ορισμένοι, ωστόσο, μπορεί να συμπεράνουν ότι η Ευρώπη βρίσκεται κοντά σε νευρικό κλονισμό. Η επιστολή αναφέρεται σε ένα «τεράστιο βιομηχανικό σοκ… που πλήττει τον οικονομικό ιστό των ευρωπαϊκών κοινωνιών». Αυτό δημιουργεί οικονομικές εξαρτήσεις που θέτουν σε κίνδυνο «τη θέση της ΕΕ ως κυρίαρχου… παράγοντα». Για να τις περιορίσουν, η Γαλλία και η Γερμανία καλούν την ΕΕ να διασφαλίσει τον θεμιτό ανταγωνισμό και να διαφοροποιήσει τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Μια δεύτερη πρόταση αφορά κάτι που ονομάζεται εργαλείο διαφοροποίησης. Οι λεπτομέρειες είναι ελάχιστες, αλλά η ιδέα είναι να μειωθούν οι εξαρτήσεις των αλυσίδων εφοδιασμού των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να αποτραπεί η δημιουργία νέων. Η ΕΕ παραδέχθηκε πρόσφατα ότι προηγούμενες προσπάθειες ενθάρρυνσης της διαφοροποίησης είχαν αποτύχει. Ωστόσο, η επιστολή δεν αναφέρει τίποτε σχετικά με την ανταλλαγή ευαίσθητων δεδομένων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, την οποία πολλοί θεωρούν προϋπόθεση για αποτελεσματικότερη διαφοροποίηση. Σε συμφωνία με τις πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, ορισμένες από τις οποίες απέρριψε η Γαλλία, η επιστολή ζητεί συνεργασία με τρίτες χώρες για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού και για τη «μείωση του κινδύνου» (ίδε: από την Κίνα).
Οι άλλες προτάσεις της επιστολής είναι γνώριμες. Η Γαλλία και η Γερμανία καλούν την ΕΕ να χρησιμοποιήσει πιο επιθετικά τα υφιστάμενα μέσα εμπορικής άμυνας. Οι ισχύοντες κανόνες για την επιβολή δασμών σε περίπτωση αθέμιτων επιδοτήσεων είναι δύσχρηστοι στην εφαρμογή και περιορισμένοι ως προς το πεδίο τους. Η επιστολή ζητεί την επιτάχυνση της διαδικασίας μέσω της ενίσχυσης με προσωπικό των υπηρεσιών εμπορίου της ΕΕ και, κυρίως, τη διεύρυνση των κανόνων ώστε να εφαρμόζονται σε ολόκληρους κλάδους και όχι σε μεμονωμένες επιχειρήσεις.
Η επιστολή αναφέρει επίσης τη μεταρρύθμιση των «μέτρων διασφάλισης»: αντισταθμιστικών δασμών που μπορούν να επιβληθούν σε όλες τις χώρες όταν οι εισαγωγές αυξάνονται απότομα. (Ορισμένοι αναλυτές της ΕΕ μιλούν για τη στόχευση αυτών αποκλειστικά στις χώρες από τις οποίες προέρχεται η απότομη αύξηση — ίδε: την Κίνα.) Ζητεί επίσης αυστηρότερη εφαρμογή των κανονισμών στα σύνορα και, σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων, αυστηρότερες κυρώσεις, όπως ο περιορισμός της πρόσβασης στην αγορά της ΕΕ.
Η Γαλλία και η Γερμανία προωθούν επίσης μια ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, αλλά διαφωνούν ως προς το εύρος της. Η επιστολή αναφέρει ότι η ΕΕ θα πρέπει να επεκτείνει την παραγωγή σε «στρατηγικούς» τομείς και να εισαγάγει ρήτρες «Αγοράστε Ευρωπαϊκά» («ευρωπαϊκή προτίμηση», όπως τις αποκαλούν). Παραμένουν όμως ασαφείς ως προς το ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι τομείς και ως προς το αν θα συμπεριλαμβάνονταν οι στενότεροι οικονομικοί σύμμαχοι της Ευρώπης.
Όλα αυτά θα ενοχλήσουν τους ηγέτες στο Πεκίνο. Στην επιστολή, η Γαλλία και η Γερμανία δηλώνουν ότι αναμένουν αντίποινα. Ακόμη και πριν δημοσιευθεί, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δήλωσε ότι μια επίδειξη ισχύος απέναντι στην Κίνα ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις θα έπληττε την εμπιστοσύνη και θα διατάρασσε τη διαδικασία. Η Κίνα αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα την επιστολή ως διαπραγματευτική τακτική για την ενίσχυση της θέσης της ΕΕ στις συνομιλίες αυτής της εβδομάδας. Το Σάββατο έστειλε ένα ακόμη μήνυμα, ξεκινώντας έρευνα αντιντάμπινγκ για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές χημικών προϊόντων, αφού η Ευρώπη είχε ξεκινήσει την περασμένη εβδομάδα τρεις ανάλογες έρευνες με στόχο την Κίνα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε ότι η επιστολή αποτελεί μια «πολύτιμη συμβολή» που ευθυγραμμίζεται με τη «σαφή στάση της για την ανταγωνιστικότητα και την προσέγγιση απέναντι στους εμπορικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας». Δεν είναι όμως σαφές εάν αυτή η γαλλογερμανική προσπάθεια να ανεβάσει το διακύβευμα θα κάνει την Κίνα πιο υποχωρητική. Η οικονομία της Ευρώπης αποδείχθηκε πιο ανθεκτική στο πρόσφατο ενεργειακό σοκ απ’ όσο ανέμεναν πολλοί, γεγονός που θα πρέπει να ενισχύσει τη θέση της στις συνομιλίες. Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, μόλις αποφάσισε να καταρτίσει ένα ακόμη τεράστιο πακέτο υποδομών για να τονώσει την προβληματική οικονομία της. Η ευρωπαϊκή ελπίδα είναι ότι η ηγεσία της Κίνας θα αποφύγει περαιτέρω αντίποινα, ώστε να μην ενισχύσει τους υπέρμαχους της σκληρής γραμμής στην Ευρώπη, τώρα που και η Γερμανία έχει ενταχθεί στις τάξεις τους.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com*
Βαθμός Πρωτοτυπίας
89.8
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 18:13
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο