Απολιγνιτοποίηση: Από τις πολιτικές εξαγγελίες στην πραγματικότητα των τοπικών κοινωνιών

ΠΡΩΤΟSlpress
Φωτογραφία: Slpress

08/10/2026

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία προβλέπει την κλιματική ουδετερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως το 2050 και, στο πλαίσιο αυτό, την επιταχυνόμενη υποχώρηση των ορυκτών καυσίμων. Στην Ελλάδα, οι περισσότερες λιγνιτικές μονάδες προβλέπεται να έχουν αποσυρθεί έως το τέλος του 2026, ενώ η Πτολεμαΐδα V βρίσκεται σε διαδικασία μετατροπής σε μονάδα φυσικού αερίου από το τέλος του 2027.

Για τις περιοχές που εξαρτήθηκαν επί δεκαετίες από τον λιγνίτη, η εξέλιξη αυτή δεν περιορίζεται στην αναδιάρθρωση της ηλεκτροπαραγωγής. Επηρεάζει την απασχόληση, τα εισοδήματα, τις δημόσιες υπηρεσίες, την τοπική ταυτότητα και τη δυνατότητα των νεότερων γενεών να παραμείνουν στον τόπο τους. Στη Μεγαλόπολη, οι λιγνιτικές μονάδες που απασχολούσαν περίπου 2.500 ανθρώπους απασχολούν πλέον λιγότερους από 250. Στην Κοζάνη, ο πληθυσμός μειώθηκε από 74.000 σε 67.000 μέσα σε μία δεκαετία, με περίπου το 10% των νεότερων κατοίκων να έχει ήδη φύγει.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι, επομένως, μόνο εάν υπάρχουν πόροι, πολιτική υποστήριξη και επενδυτικά σχέδια. Είναι εάν οι τοπικές κοινωνίες διαθέτουν τις θεσμικές δυνατότητες, το ανθρώπινο δυναμικό και τα μέσα συμμετοχής που απαιτούνται για να μετατραπεί η χρηματοδότηση σε απασχόληση και διατηρήσιμη περιφερειακή ανάπτυξη.

Αυτό το ερώτημα εξετάσαμε σε δύο ανεξάρτητες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν το 2025. Η πρώτη περιέλαβε υπολογιστική ανάλυση 20 συνεντεύξεων και δύο ομάδων εστίασης –περίπου 55.000 λέξεων– με 13 αναλυτικά εργαλεία. Η δεύτερη έρευνα βασίστηκε σε 25 συνεντεύξεις, δύο ομάδες εστίασης και επιτόπιες παρατηρήσεις στη Δυτική Μακεδονία, στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα. Η ανεξάρτητη διεξαγωγή τους επέτρεψε να συγκριθούν συστηματικά τα υπολογιστικά ευρήματα με τις εμπειρίες των τοπικών φορέων.

Τι έδειξε η έρευνα

H έρευνα ανέδειξε αυτό που ονομάζουμε «παράδοξο της αφθονίας». Στον λόγο των συμμετεχόντων καταγράφονται ισχυρή δέσμευση της ηγεσίας και μεγάλη έμφαση στους διαθέσιμους πόρους. Όσο, όμως, η ανάλυση μετακινείται από τις εξαγγελίες προς την εφαρμογή, αναδεικνύονται ελλείψεις σε προσωπικό, δεξιότητες, θεσμικές δομές και δυνατότητες συμμετοχής.

Στους διερευνητικούς δείκτες της μελέτης, η εκφρασμένη δέσμευση της ηγεσίας καταγράφεται στο 8/10, ενώ η τεκμηριωμένη ικανότητα εφαρμογής στο 1,3/10. Ο δεύτερος αριθμός αποτυπώνει την περιορισμένη διαθεσιμότητα προσωπικού, δεξιοτήτων, θεσμικών δομών και μηχανισμών συμμετοχής. Οι δείκτες δεν μετρούν κυβερνητικές επιδόσεις· αποτυπώνουν διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες, όψεις του χάσματος μεταξύ σχεδιασμού και τοπικής πραγματικότητας.

Το χάσμα είναι επίσης συμμετοχικό. Στο αναλυόμενο υλικό της έρευνας, οι αναφορές στους εργαζομένους αντιπροσωπεύουν μόλις το 4,8% του κωδικοποιημένου λόγου και στις γυναίκες το 0,5%. Τα ποσοστά δεν αφορούν τη σύνθεση του δείγματος. Δείχνουν πόσο περιορισμένο χώρο καταλαμβάνουν οι εμπειρίες και οι ανάγκες αυτών των ομάδων στη συζήτηση για τη μετάβαση. Με άλλα λόγια, oι περισσότερο εκτεθειμένοι στον μετασχηματισμό κινδυνεύουν να έχουν τη μικρότερη επιρροή στον σχεδιασμό του.

Η απόσταση αυτή παίρνει συγκεκριμένες μορφές. Οι αποφάσεις θεωρείται ότι λαμβάνονται κυρίως στην Αθήνα, ενώ δήμοι και τοπικοί φορείς καλούνται να εφαρμόσουν σύνθετα προγράμματα χωρίς ανάλογο προσωπικό, τεχνογνωσία ή αρμοδιότητες. Επενδυτικές προτάσεις που θα μπορούσαν να αξιολογηθούν σε λίγες εβδομάδες χρειάζονται έξι έως οκτώ μήνες.

Το κρισιμότερο, όμως, είναι το χρονικό χάσμα. Η Ελλάδα επιχειρεί σε περίπου οκτώ χρόνια έναν μετασχηματισμό που στην κοιλάδα του Ruhr στη Γερμανία εξελίχθηκε σε τέσσερις δεκαετίες. Οι μονάδες και τα ορυχεία κλείνουν, ενώ οι επενδύσεις που αναμένεται να δημιουργήσουν νέες δραστηριότητες χρειάζονται συχνά τρία έως πέντε χρόνια για να λειτουργήσουν. Στο διάστημα αυτό, οι εργαζόμενοι αναζητούν απασχόληση αλλού, επιχειρήσεις συρρικνώνονται, οι νέοι μετακινούνται και η τοπική βάση δεξιοτήτων αποδυναμώνεται.

Έτσι προκύπτει ένας παραλογισμός στην αλληλουχία των παρεμβάσεων: όταν ενεργοποιούνται τα προγράμματα κατάρτισης και ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, μέρος των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται έχει ήδη εγκαταλείψει την περιοχή ή εργάζεται πλέον αλλού. Η χρηματοδότηση υπάρχει, αλλά φτάνει όταν ο πληθυσμός που θα έπρεπε να στηρίξει έχει ήδη αρχίσει να διασκορπίζεται. Η κατάρτιση, συνεπώς, πρέπει να προηγείται ή τουλάχιστον να συμβαδίζει με την απώλεια των θέσεων εργασίας και να συνοδεύεται από εισοδηματική προστασία, ασφαλιστική συνέχεια και κίνητρα παραμονής.

Προκλήσεις απότομης προσαρμογής

Αυτήν την κατάσταση περιγράφουμε ως Θεωρία του Χάσματος Υλοποίησης: ένα διαγνωστικό πλαίσιο τεσσάρων αλληλεπιδρώντων χασμάτων –κάθετου, μεταξύ εθνικής δέσμευσης και τοπικής ικανότητας· οριζόντιου, μεταξύ χρηματοδοτικών προτεραιοτήτων και κοινωνικών αναγκών· χρονικού μεταξύ πολιτικών προθεσμιών και πραγματικού χρόνου μετασχηματισμού· και γνωστικού, όταν οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τα προβλήματα, αλλά δεν πιστεύουν ότι διαθέτουν τα μέσα για να τα αντιμετωπίσουν– που εξηγούν πώς η πολιτική φιλοδοξία μπορεί να αποσυνδέεται από την εμπειρία των κοινωνιών.

Η έρευνα δεν ισχυρίζεται ότι μετρά μια ήδη συντελεσμένη αποτυχία· εντοπίζει παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο να μην επιτευχθούν δίκαια αποτελέσματα. Στο πλαίσιο αυτό, η απάντηση δεν είναι απλώς περισσότερη χρηματοδότηση. Απαιτείται πρώτα ενίσχυση της τοπικής ικανότητας πριν από την εγκατάσταση νέων τεχνολογιών, ουσιαστική συμμετοχή εργαζομένων και γυναικών, επείγοντα μέτρα συγκράτησης των νέων και κοινοτική συμμετοχή στην ιδιοκτησία ενεργειακών έργων και διαφοροποιημένα σχέδια ανά περιοχή.

Η επιτυχία της μετάβασης δεν πρέπει, συνεπώς, να αξιολογείται μόνο βάσει απορροφηθέντων κονδυλίων και εγκατεστημένης ισχύος. Αλλά να διαπιστώνει εάν οι άνθρωποι μένουν, εάν δημιουργούνται βιώσιμες θέσεις εργασίας, εάν το εισόδημα παραμένει στις περιοχές και εάν οι κοινωνίες συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους. Η δίκαιη μετάβαση απαιτεί όχι μόνο δικαιοσύνη στον σχεδιασμό, αλλά και ικανότητα, σωστή αλληλουχία και ρεαλισμό στην εφαρμογή.

Το κείμενο συμπυκνώνει κεντρικά συμπεράσματα πρωτογενούς δημοσιευμένης σε επιστημονικό περιοδικό ερευνητικής εργασίας του συγγραφέα.*

Ο Δρ. Κωνσταντίνος Παππάς είναι Αναπληρωτής Διευθυντής του Ινστιτούτου Ενέργειας του Πανεπιστημίου Texas* A&M.

Βαθμός Πρωτοτυπίας

90

89.8

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου75/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής57/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 10:12

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο