Διονύσης Χαριτόπουλος: Μια ζωή με τους ατάκτους

ΠΡΩΤΟDocumento
Φωτογραφία: Documento

Ένα βιβλίο ξεχασμένο από κάποιον ναυτικό σε ένα από τα «σπίτια» της Τρούμπας έπεσε στα χέρια ενός παιδιού και του άλλαξε τη ζωή. Ήταν «Η γέφυρα των στεναγμών». Το κορίτσι που του το χάρισε δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι εκείνος ο δεκατριάχρονος θα αποφάσιζε διαβάζοντάς το να γίνει συγγραφέας. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος αφηγούνταν αυτή την πρώτη συνάντηση με τη λογοτεχνία στον Γιάννη Πανταζόπουλο, στη LiFO, το 2017: «Το γράψιμο είναι αναπόδραστο στοιχείο της ζωής μου».

Με τον θάνατό του, σε ηλικία 79 ετών, ολοκληρώνεται μια συγγραφική διαδρομή που συνέδεσε τα προσωπικά του βιώματα με τις περιπέτειες και τα τραύματα της νεότερης Ελλάδας. Από τις εργατικές συνοικίες και τα μηχανουργεία μέχρι τα βουνά της Αντίστασης, αναζητούσε ανθρώπους που πάλευαν, αγαπούσαν και έβλεπαν τα όνειρά τους να διαψεύδονται, δίνοντας στη γραφή του τη σκληράδα και τη ζωντάνια του προφορικού λόγου.

Τα χρόνια στον Πειραιά**

Γεννημένος το 1947 στον Πειραιά, έζησε εκεί τα πρώτα είκοσι χρόνια του, κάνοντας από μικρός χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι, στα μηχανουργεία και στα εργοστάσια. Γνώρισε τη φτώχεια από παιδί, κουβαλώντας σίδερα και τσουβάλια για το μεροκάματο. Ξεκίνησε σπουδές στην Αθήνα και στο Λονδίνο, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, εργάστηκε στη διαφήμιση και το 1990 άφησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία για να αφοσιωθεί στη συγγραφή.

Εκείνος ο κόσμος τροφοδότησε βιβλία όπως τα «Εκ Πειραιώς», «Πειραιώτες» και «Πειραιάς βαθύς: Μυστήρια & Φόνοι». Μέσα από τις ζωές των ανθρώπων στις γειτονιές του Πειραιά, έγραφε για την αξιοπρέπεια, τη βία και τη συντροφικότητα, χωρίς να εξωραΐζει τη φτώχεια και τις δυσκολίες της καθημερινότητάς τους. Το λιμάνι αποτελούσε παράλληλα έναν ανοιχτό ορίζοντα, γεμάτο γλώσσες, περαστικούς και μακρινές ιστορίες.

«Το κείμενο είμαι εγώ. Ολόκληρος εγώ, με τα καλά μου και τα στραβά μου», έλεγε στον Κώστα Μανιάτη, στο NEWS 24/7, τον Ιούλιο του 2023. Η λιτότητα της γραφής του συνδεόταν με την επιθυμία του να μιλά ευθέως στον αναγνώστη, αποφεύγοντας τη φλυαρία και την επιτήδευση.

Στο βιβλίο «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι», η αγάπη για τον Ολυμπιακό συναντούσε τις ζωές των ανθρώπων της κερκίδας. Για τον ίδιο, το γήπεδο ήταν κάποτε μια εβδομαδιαία χαρά για τους φτωχούς, ένας τόπος όπου ξέφευγαν από τις έγνοιες τους, προτού τα πειράγματα μεταξύ των φιλάθλων δώσουν τη θέση τους στην εχθρότητα και τη βία.

Η μνήμη των ατάκτων**

Η ευρύτερη αναγνώριση ήρθε με την ιστορική βιογραφία «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», που πρωτοεκδόθηκε το 1997 από τον Εξάντα. Το έργο στηρίχθηκε σε μακρόχρονη έρευνα, στην αναζήτηση μαρτυριών και σε επισκέψεις στους τόπους δράσης του Βελουχιώτη. Ο Χαριτόπουλος δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για τον αρχηγό του ΕΛΑΣ, στον οποίο αναγνώριζε μια μορφή που ξεπερνούσε τα στενά όρια της κομματικής ιστορίας.

Ο ίδιος θεωρούσε ότι το βιβλίο είχε συμβάλει καθοριστικά στην αποκατάσταση του Βελουχιώτη στη συλλογική μνήμη. «Πιστεύω ότι με το βιβλίο ξανάδωσα σ’ έναν λαό τον ήρωά του», έλεγε στον Κώστα Μανιάτη, στο NEWS 24/7, περιγράφοντας τόσο τις αντιδράσεις που προκάλεσε η έκδοση όσο και τον ενθουσιασμό αναγνωστών που χτυπούσαν απροειδοποίητα το κουδούνι του σπιτιού του.

Η σχέση του με αυτή την ιστορία είχε και βαθιές οικογενειακές ρίζες. Στην ίδια συνέντευξη εξηγούσε ότι «Τα παιδιά της Χελιδόνας» βασίζονταν στο ρουμελιώτικο ανταρτόσογο της μητέρας του. Θυμόταν τους συγγενείς του να τσακώνονται και να συμφιλιώνονται γύρω από το ίδιο τραπέζι, να τραγουδούν μαζί αντάρτικα και κλέφτικα, προσπαθώντας να γεφυρώσουν όσα τους είχαν χωρίσει στα χρόνια του Εμφυλίου.

Σε αυτόν τον κόσμο επέστρεψε το 2022 με τους «Ατάκτους», δίνοντας περισσότερο χώρο στους άντρες και στις γυναίκες της Αντίστασης που έμειναν στη σκιά του Βελουχιώτη. Συνέχιζε έτσι να αναζητά, πίσω από τα μεγάλα γεγονότα και τα εμβληματικά πρόσωπα, τις ζωές και τις θυσίες των λιγότερο γνωστών αγωνιστών.

Η πολιτική του σκέψη παρέμενε προσηλωμένη στην ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, χωρίς να παραβλέπει τις αντιφάσεις και τις ιστορικές τραγωδίες που συνδέθηκαν με την επιδίωξή της. «Όσες φορές έχω ψηφίσει, είναι πάντα ΚΚΕ, όχι για τα πρόσωπα αλλά για την έξοχη ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης», έλεγε στη LiFO, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι καμία ιδέα δεν άξιζε την ανθρώπινη ζωή. Πίστευε ότι το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς δεν μπορούσε να διαιωνίζεται και ότι η κοινωνική δικαιοσύνη θα επέστρεφε κάποτε ως πολιτικό αίτημα, ενδεχομένως με διαφορετική ονομασία.

Η γραφή, οι έρωτες και η μοναχικότητα**

Η συγγραφική του παραγωγή εκτεινόταν από τη μυθοπλασία και το θέατρο έως το δοκίμιο, από τις «Πρόβες πολέμου» και τον «Άνεμο κουβάρι» έως το «Εγχειρίδιο βλακείας» και τα «Πολλά Μικρά Απλά». Το 2025 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ο κόκκινος καθηγητής», ακόμη μία επιστροφή στις απαρχές της ζωής του. Μιλώντας στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη, στο diastixo.gr, εξηγούσε ότι μια ιστορία έπρεπε να επιμένει μέσα του, ενδεχομένως για χρόνια, ώσπου να νιώσει την ανάγκη να τη γράψει.

Στον δημόσιο λόγο του παρέμενε αιχμηρός, συχνά ενοχλητικός, ακόμη και απέναντι στην Αριστερά, την οποία πολιτικά στήριζε. Το μέτρο του, όπως το διατύπωνε στη LiFO, ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στις καθημερινές πράξεις.

Τα τελευταία χρόνια είχε εγκατασταθεί στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας. «Το γράψιμο είναι μοναχικό άθλημα», έλεγε στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη, στα «Νέα», τον Απρίλιο του 2024. Μακριά από την πόλη, έβρισκε την ησυχία που χρειαζόταν για να γράφει, χωρίς να παύει να παρακολουθεί και να σχολιάζει όσα συνέβαιναν γύρω του.

Στην αφήγησή του στον Γιάννη Πανταζόπουλο, στη LiFO, ξεχώριζε τη μητέρα του και τις δύο συζύγους του, την Ελένη και τη Μαλβίνα Κάραλη, ως τις τρεις γυναίκες που τον καθόρισαν. Η Ελένη, καθηγήτρια Γερμανικής Φιλολογίας, τον είχε κερδίσει με την ευγένεια και την καλοσύνη της και, όπως έλεγε, τον είχε «εξημερώσει», ενώ η Μαλβίνα τού άνοιξε έναν διαφορετικό κόσμο, γεμάτο καινούργια ερεθίσματα. Αναγνώριζε, ωστόσο, ότι η αφοσίωσή του στο γράψιμο τον απομάκρυνε από τις συντρόφους του, ακόμη κι όταν βρισκόταν στο ίδιο σπίτι. «Και τις δύο φορές που χώρισα η αιτία ήμουν εγώ. Τις αδίκησα», παραδεχόταν.

Τα δικά του λόγια στην ίδια συνέντευξη μοιάζουν σήμερα με αποχαιρετισμό: «Στη ζωή δεν ήρθαμε για να κάνουμε καριέρα, λεφτά, όνομα. Ήρθαμε για να ζήσουμε».

Βαθμός Πρωτοτυπίας

90

90.1

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου99/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής35/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 9 Οκτ, 22:16

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο

ΏραΤίτλος
9 Οκτ, 22:01Διονύσης Χαριτόπουλος: Μια ζωή με τους ατάκτουςDocumento · πρώτο