Η ενεργειακή κρίση και ο λογαριασμός των ευρωπαϊκών επιλογών

ΠΡΩΤΟNeakriti
Φωτογραφία: Neakriti

Η ενεργειακή κρίση και ο λογαριασμός των ευρωπαϊκών επιλογών

Η γεωπολιτική κρίση είναι η αφορμή. Η ευρωπαϊκή πολιτική είναι το πρόβλημα... Την ώρα που τα ευρωπαϊκά Μέσα Ενημέρωσης και η επίσημη επικοινωνιακή γραμμή των Βρυξελλών εστιάζουν στον πόλεμο στο Ιράν, στον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, στην κρίση της Ερυθράς Θάλασσας και στα πλήγματα κατά αγωγών και ενεργειακών υποδομών, η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά ενέργειας εμφανίζεται ως περίπου αναπόφευκτη συνέπεια της γεωπολιτικής αναταραχής. Μόνο που δεν είναι όλη η αλήθεια.

Το ασφάλιστρο κινδύνου που προστίθεται στην τιμή του αργού πετρελαίου ασφαλώς έχει τη σημασία του. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο, γιατί μια γεωπολιτική κρίση μετατρέπεται στην Ευρώπη σε τόσο βαθιά ενεργειακή κρίση, ενώ άλλες οικονομίες διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια άμυνας;

Οι επιλογές της ευρωπαϊκής ηγεσίας**

Επί σειρά ετών, η Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνει τη φορολογία, πολλαπλασιάζει τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις, περιορίζει την παραγωγή, συρρικνώνει τη δυναμικότητα διύλισης, επιβάλλει κυρώσεις σε βασικές πηγές προμήθειας και αποθαρρύνει επενδύσεις στην παραγωγή αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όταν έρχεται η κρίση, ανακαλύπτει ότι δεν υπάρχουν αρκετές εφεδρείες. Αυτό δεν είναι απλώς ατυχία. Είναι πολιτική επιλογή. Είναι μία Ευρώπη που μειώνει τις άμυνές της. Η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική δημιούργησε σταδιακά μια αγορά με μικρότερη παραγωγική δυναμικότητα, λιγότερη ευελιξία και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις εισαγωγές. Το δίκτυο διύλισης συρρικνώνεται.

Οι επενδύσεις στην εγχώρια παραγωγή περιορίζονται. Οι περιβαλλοντικές και κανονιστικές επιβαρύνσεις αυξάνονται. Και κάθε γεωπολιτική ανατροπή αποκτά έτσι πολλαπλάσια επίδραση στις τελικές τιμές. Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, δεν προσέρχεται σε κάθε ενεργειακή κρίση με γεμάτη εργαλειοθήκη.

Προσέρχεται έχοντας προηγουμένως πετάξει αρκετά από τα εργαλεία της.

Το φυσικό αέριο που έγινε ξαφνικά... ύποπτο**

Η περίπτωση του φυσικού αερίου είναι χαρακτηριστική. Η αντικατάσταση του άνθρακα από το φυσικό αέριο οδήγησε σε μείωση κατά 5,5 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) κατά την περίοδο 2010-2019.

Έως το τέλος του 2019, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο έφτανε το 38% του συνόλου, έναντι 24% το 2010, ενώ το 2025 αυξήθηκε στο 42%. Υπάρχει ένας ακόμη αριθμός που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί, η καύση φυσικού αερίου παράγει περίπου 50% λιγότερους ρύπους από τον άνθρακα και 30% λιγότερους από το πετρέλαιο. Παρ’ όλα αυτά, το φυσικό αέριο αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο με καχυποψία από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η αντίφαση. Η πραγματικότητα δεν προσαρμόζεται πάντοτε στα ευρωπαϊκά εγχειρίδια κανονισμών.

Το “πράσινο” κόστος γράφεται στην αντλία**

Τα δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα έχουν αυξηθεί κατά 1.000% από το 2017, ενώ μόνο κατά τη διάρκεια του 2021 η αύξηση έφτασε το 200%. Το 2021 οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. συγκέντρωσαν συνολικά περισσότερα από 21 δισεκατομμύρια ευρώ από αυτήν την έμμεση φορολογική επιβάρυνση. Το κόστος, όμως, δεν εξαφανίζεται.

Περνά στην παραγωγή, στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στην ηλεκτρική ενέργεια και τελικά στην τσέπη του καταναλωτή. Η ανοδική πορεία των δικαιωμάτων ανακόπηκε το 2022 λόγω της κρίσης της Ουκρανίας. Η ζημία, όμως, στην ανταγωνιστικότητα και στο ενεργειακό κόστος είχε ήδη συντελεστεί. Πόσο μπορεί να επιβαρυνθεί η παραγωγή μιας ηπείρου στο όνομα της πράσινης μετάβασης πριν η ίδια η παραγωγή μετακομίσει αλλού;

Το πετρέλαιο πληρώνει... ευρωκαπέλο**

Στην αγορά πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης η πίεση γίνεται ακόμη εντονότερη. Οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τις αντίστοιχες του αργού πετρελαίου, καθώς στην περιορισμένη προσφορά προστίθενται σειρά πολιτικών και κανονιστικών επιβαρύνσεων.

Στις ΗΠΑ, στις αρχές Σεπτεμβρίου, η τιμή στην αντλία για το πετρέλαιο κίνησης ανέρχεται στα 5,85 δολάρια ανά γαλόνι. Την ίδια περίοδο, τα περιθώρια διύλισης, το λεγόμενο cracking spread, στον Κόλπο του Μεξικού φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών. Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει τη σχέση της τιμής του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης με την τιμή του αργού ανά βαρέλι και ουσιαστικά δείχνει πόσο πιεσμένη είναι η διαθέσιμη δυναμικότητα διύλισης.

Η Μέση Ανατολή και η Ρωσία στενεύουν κι άλλο την αγορά**

Οι απώλειες στη διύλιση της Μέσης Ανατολής μειώνονται κατά 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ η μονάδα του Jizan στη Σαουδική Αραβία, με παραγωγική δυναμικότητα 400.000 βαρελιών ημερησίως, παρουσιάζει πλέον τη χειρότερη επίδοση στις εξαγωγές.

Παράλληλα, περιορίζονται δραστικά οι ρωσικές εξαγωγές. Τον Ιούνιο ανέρχονται μόλις σε 426.000 βαρέλια ημερησίως, έναντι 827.000 βαρελιών την ημέρα ένα χρόνο νωρίτερα.

Οι ζημιές στις μονάδες διύλισης, η ανάγκη κάλυψης της εσωτερικής ζήτησης και οι περιορισμοί στις εξαγωγές δημιουργούν μια αγορά με εξαιρετικά μικρά περιθώρια ασφαλείας.

Το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου προστίθεται σε μια ήδη πιεσμένη κατάσταση.

Και τότε αρχίζει το ευρωπαϊκό δράμα. Ο πραγματικός φόρος δε φαίνεται μόνο στην απόδειξη του πρατηρίου. Οι διεθνείς αναταράξεις εξηγούν την άνοδο των τιμών. Δεν εξηγούν, όμως, το σύνολο του ευρωπαϊκού λογαριασμού. Εκεί μπαίνει η φορολογία.

Η βενζίνη των 95 οκτανίων στην Ευρώπη επιβαρύνεται κατά μέσο όρο με άμεσο φόρο περίπου 52,5%, ενώ σε ορισμένες χώρες η επιβάρυνση ξεπερνά το 55%. Δηλαδή ο καταναλωτής επιβαρύνεται περισσότερο από τη φορολογία των καυσίμων σε σχέση με το συνδυασμένο κόστος του αργού πετρελαίου, της διύλισης και των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Δεν είναι μόνο ο φόρος που βλέπει. Είναι και όλοι εκείνοι οι φόροι και οι επιβαρύνσεις που έχουν κρυφτεί μέσα στην αλυσίδα μέχρι το προϊόν να φτάσει στην αντλία.

Ο λογαριασμός συνεχίζει να μεγαλώνει**

Οι Βρυξέλλες φορολογούν το καύσιμο πριν ακόμη φτάσει στην αντλία. Αυτό είναι το σημείο που συνήθως χάνεται μέσα στη συζήτηση για το ακριβό πετρέλαιο. Η Ευρώπη δε φορολογεί απλώς το καύσιμο στο πρατήριο. Έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα επιβαρύνσεων που ξεκινά από την παραγωγή και τις εισαγωγές και συνεχίζεται στη διύλιση, στην αποθήκευση, στη μεταφορά και στη λιανική. Έτσι η ενεργειακή αλυσίδα μετατρέπεται σε μια τεράστια μηχανή είσπραξης. Πολλές από αυτές τις επιβαρύνσεις μπορεί να μη χαρακτηρίζονται τυπικά “φόρος καυσίμων”.

Το πολιτικό ερώτημα που επιστρέφει στις Βρυξέλλες**

Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια διεθνή ενεργειακή κρίση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι μπαίνει σε αυτήν την κρίση με μειωμένη παραγωγή, συρρικνωμένη διύλιση, αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές και ένα τεράστιο φορολογικό και κανονιστικό βάρος πάνω στην ενέργεια. Κάθε διεθνής αναταραχή γίνεται έτσι πολλαπλάσια επώδυνη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ευθύνη των Βρυξελλών.

Δε χρειάζεται να αρνηθεί κανείς την κλιματική αλλαγή. Δε χρειάζεται να επιστρέψει η Ευρώπη σε ένα ενεργειακό μοντέλο του παρελθόντος. Χρειάζεται, όμως, να υπάρχει στοιχειώδης οικονομικός και ενεργειακός ρεαλισμός. Γιατί χωρίς παραγωγή δεν υπάρχει ασφάλεια. Χωρίς εφεδρείες δεν υπάρχει ανθεκτικότητα. Χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος δεν υπάρχει ανταγωνιστική ευρωπαϊκή οικονομία.

Η Ευρώπη μπορεί να συνεχίσει να ανακοινώνει φιλόδοξους στόχους, νέες οδηγίες, νέους κανονισμούς και νέες επιβαρύνσεις. Μόνο που κάποια στιγμή θα πρέπει κάποιος στις Βρυξέλλες να κοιτάξει και τον λογαριασμό. Όχι εκείνον που παρουσιάζεται σε μια ακόμη συνέντευξη Τύπου. Εκείνον που πληρώνει ο πολίτης στην αντλία, η επιχείρηση στο τιμολόγιο και η ευρωπαϊκή οικονομία στην ανταγωνιστικότητά της.

Γιατί η γεωπολιτική κρίση μπορεί να ξεκινά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η ευρωπαϊκή ενεργειακή ευαλωτότητα, όμως, χτίστηκε πολύ πιο κοντά. Στις ίδιες τις αίθουσες όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βαθμός Πρωτοτυπίας

89

88.9

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου85/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής41/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 14:21

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο