Η άλλη αγορά ομολόγων που πρέπει να μας ανησυχεί

Γράφει η Rebecca Patterson
Μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες οικονομικής στασιμότητας, η Ιαπωνία επιστρέφει. Αυτό λογικά θα αποτελούσε ένα καλό νέο, ωστόσο υπάρχει και μια αρνητική πτυχή που δεν αποκλείεται να δημιουργήσει προκλήσεις για τις ΗΠΑ και τους υπεύθυνους για την οικονομική πολιτική στη διακυβέρνηση Τραμπ. Θυμάστε την πεταλούδα που χτυπά τα φτερά της και προκαλεί τυφώνες; Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, μόνο που εδώ η "πεταλούδα" είναι μια αγορά ομολόγων ύψους 7,6 τρισ. δολ.
Επί τρεις δεκαετίες, οι Ιάπωνες επενδυτές, αντιμέτωποι με τη στασιμότητα της εγχώριας οικονομίας, τοποθετούσαν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό, όπου μπορούσαν να εξασφαλίσουν υψηλότερες αποδόσεις. Σήμερα, τα ιαπωνικά κρατικά ομόλογα προσφέρουν επιτόκια που είχαν να εμφανιστούν εδώ και 30 χρόνια, καθώς ενισχύονται από την οικονομική ανάπτυξη και τις κρατικές δαπάνες που χρηματοδοτούνται με ελλείμματα. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές μπορούν να επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους — μια κίνηση που ενδέχεται να προκαλέσει αναστάτωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι κίνδυνοι είναι τόσο σημαντικοί, που έχουν ήδη ωθήσει το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ σε μια σειρά από έκτακτες παρεμβάσεις.
Πρόκειται αναμφίβολα για ένα εσωτερικό ζήτημα των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών αγορών. Αποτελεί, ωστόσο, θεμελιώδη παράγοντα για αγορές που επηρεάζουν άμεσα τον συνταξιοδοτικό σας λογαριασμό, τις αποταμιεύσεις και τον οικογενειακό σας προϋπολογισμό.
Ας ξεκινήσουμε από το 1990. Η κατάρρευση της οικονομικής "φούσκας" της Ιαπωνίας που χαρακτηρίστηκε από υπερβολικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η μεγάλη ύφεση που ακολούθησε, οδήγησαν τις ιαπωνικές επιχειρήσεις να διακρατούν τα μετρητά τους αντί να τα επενδύουν. Η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας προχώρησε σε μια σειρά πειραματικών μέτρων για την τόνωση της οικονομίας, δρομολογώντας διαδοχικές μειώσεις των επιτοκίων από το 6% (το υψηλό του 1990) σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας.
Η οικονομική ανάπτυξη δεν έφτασε ωστόσο τα επίπεδα που θα οδηγούσαν τα νοικοκυριά να αυξήσουν τις δαπάνες τους. Αντιθέτως, προτιμούσαν να περιμένουν την περαιτέρω πτώση των τιμών. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας συνέχισε τις προσπάθειες. Αγόρασε τεράστιες ποσότητες κρατικών ομολόγων — μια διαδικασία γνωστή ως "ποσοτική χαλάρωση" — ενώ το 2016 εισήγαγε αρνητικά επιτόκια. Η απόδοση του ιαπωνικού δεκαετούς ομολόγου κυμαινόταν γύρω στο 0,1%. Συγκριτικά, το αντίστοιχο αμερικανικό προσέφερε τότε επιτόκιο 2,35%.
Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν ότι η Ιαπωνία, στην ουσία, πλήρωνε τους επενδυτές για να δανειστούν στο νόμισμά της. Ένας επενδυτής θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την αγορά ενός ξένου περιουσιακού στοιχείου, όπως ένα ομόλογο του αμερικανικού Δημοσίου, σε γεν. Ακόμη και αν οι αγορές παρέμεναν αμετάβλητες, η συναλλαγή θα απέφερε κέρδος, δεδομένης της διαφοράς μεταξύ του κόστους δανεισμού και της απόδοσης του ομολόγου που αγοράστηκε. Αυτό είναι που οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές αποκαλούν "carry trade".
Με την πάροδο των ετών, και με παρόμοιους τρόπους, το γεν χρηματοδότησε επενδύσεις σε όλο τον κόσμο — σε νομίσματα, ομόλογα και μετοχές. Όσο οι αποδόσεις σε άλλες χώρες φάνταζαν αρκετά πιο ελκυστικές, η πρακτική του "carry trade" διογκωνόταν. Δεν υπάρχει ακριβής μέτρηση για το μέγεθός της. Μια εκτίμηση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, η οποία λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, αναφέρει ότι στα μέσα του 2025 οι Ιάπωνες επενδυτές κατείχαν αμερικανικές μετοχές, ομόλογα και άλλα περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 2,8 τρισ. δολ.
Η αναστροφή αυτής της κατάστασης θα ισοδυναμούσε οικονομικά με την απότομη υποχώρηση της παλίρροιας λίγο πριν χτυπήσει το τσουνάμι. Τα πρώτα δείγματα του πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί αυτό φάνηκαν το 2024. Εκείνον τον Ιούλιο, οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων ήταν υψηλότερες κατά περισσότερες από τρεις ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις αντίστοιχες ιαπωνικές. Οι επενδυτές δανείζονταν γεν και τα πουλούσαν για να αγοράσουν δολάρια και στη συνέχεια, αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Αυτές οι πωλήσεις αποδυνάμωσαν το γεν σε επίπεδα που προκάλεσαν ανησυχία στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Το ασθενέστερο γεν βοηθούσε τους Ιάπωνες εξαγωγείς καθώς έκανε τα προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό, αλλά έπληττε τα νοικοκυριά καθώς αύξανε το κόστος των εισαγόμενων αγαθών.
Τον ίδιο μήνα, το ιαπωνικό υπουργείο Οικονομικών παρενέβη για να ανακόψει την πτώση του γεν, ενώ την ίδια στιγμή, η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε τα επιτόκια της, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα προχωρούσε και σε νέες αυξήσεις. Ταυτόχρονα, ανακοίνωσε ότι θα μειώσει τις αγορές ομολόγων. Ο συνδυασμός αυτών των κινήσεων ανέτρεψε τη λογική των συναλλαγών carry trade και οι επενδυτές άρχισαν να κατευθύνονται μαζικά προς την έξοδο.
Αυτό μετατράπηκε σε πανικό όταν μια απογοητευτική έκθεση για την απασχόληση στις ΗΠΑ, τον Αύγουστο του 2024, έπεισε τους επενδυτές ότι η Federal Feserve ίσως χρειαζόταν να μειώσει τα επιτόκια της. Η ελκυστικότητα του carry trade υποχώρησε περαιτέρω. Το "τσουνάμι" χτύπησε στις 5 Αυγούστου: ο δείκτης Nikkei βούλιαξε κατά 12,4% σε μία μόνο συνεδρίαση, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από το κραχ της Wall Street τον Οκτώβριο του 1987. Ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε κατά 3%.
Ας επιστρέψουμε στο σήμερα: Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ προσπαθούν να πραγματοποιήσουν έναν εξαιρετικά λεπτό και δύσκολο ελιγμό. Και οι δύο κυβερνήσεις αυξάνουν τις δαπάνες τους, μεταξύ άλλων για την άμυνα και τις υποδομές. Αυτές οι δαπάνες σημαίνουν και αύξηση του κρατικού χρέους. Παράλληλα, ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός προκαλεί δυσαρέσκεια στους ψηφοφόρους και αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να προχωρούν σε αυξήσεις των επιτοκίων τους. Αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει την οικονομική ανάπτυξη, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων καθορίζουν το κόστος δανεισμού για προϊόντα όπως τα στεγαστικά δάνεια και τα δάνεια για την αγορά αυτοκινήτου. Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν επίσης το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζοντας έτσι τους διαθέσιμους πόρους για άλλες κυβερνητικές προτεραιότητες.
Πώς μπορούν, λοιπόν, και οι δύο χώρες να στηρίξουν ταυτόχρονα την ανάπτυξη, να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό και να μειώσουν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια;
Αν και η τόνωση της οικονομίας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να βοηθήσει κάποια στιγμή στο μέλλον, η υπουργός Οικονομικών της Ιαπωνίας πρότεινε μια λύση τον περασμένο Ιούλιο. Πρότεινε να ζητηθεί από το ιαπωνικό κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο —το οποίο διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους 2,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων— να πουλήσει ορισμένα ξένα ομόλογα και να αγοράσει ιαπωνικά. Μια τέτοια κίνηση θα απαιτούσε την πώληση ξένων νομισμάτων, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων ποσοτήτων δολαρίων. Με άλλα λόγια, θα αποτελούσε την αντίστροφη διαδικασία του "carry trade". Η κίνηση αυτή θα συνέβαλλε στη μείωση των αποδόσεων των ιαπωνικών ομολόγων χωρίς να επιβραδύνει την ανάπτυξη της ιαπωνικής οικονομίας.
Δυστυχώς, ένα τέτοιο βήμα θα είχε αρνητικές συνέπειες για τις ΗΠΑ, καθώς πιθανότατα θα οδηγούσε σε άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και σε εξασθένηση του δολαρίου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρεμβαίνει στις αγορές με καινοτόμους τρόπους, επιδιώκοντας μεταξύ άλλων να βρει έναν τρόπο ώστε η Ιαπωνία να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που αφορούν το νόμισμα και τις αγορές ομολόγων της, χωρίς όμως να χρειαστεί να πουλήσει αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Ακόμη και αν αυτές οι παρεμβάσεις αποδώσουν καρπούς, παραμένει ο κίνδυνος οι επενδυτές να αποσύρουν τουλάχιστον ένα μέρος των κεφαλαίων τους από τις ΗΠΑ και να τα επαναπατρίσουν στην Ιαπωνία.
Το ιαπωνικό χρηματιστήριο έχει σημειώσει άνοδο σχεδόν 30% από την αρχή του έτους, ποσοστό υπερδιπλάσιο της ανόδου του δείκτη S&P 500. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων πλησιάζουν το 3% για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες. Οι Ιάπωνες επενδυτές που επιθυμούν να εκμεταλλευτούν αυτή την κατάσταση δεν θα αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από τις ξένες αγορές εν μία νυκτί. Ωστόσο, το ύψος των κεφαλαίων που θα μπορούσαν να επαναπατριστούν σε συνδυασμό με τις ολοένα και πιο ελκυστικές επενδυτικές επιλογές στην εγχώρια αγορά, επιβάλλει στις ΗΠΑ να βρίσκονται σε εγρήγορση, ώστε μια αργή ροή κεφαλαίων να μην μετατραπεί ξαφνικά σε ένα ορμητικό κύμα φυγής.
Επί σειρά ετών, οι traders προσπαθούσαν μάταια να προβλέψουν πότε θα αυξάνονταν οι αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η συγκεκριμένη επενδυτική στρατηγική απέκτησε το προσωνύμιο "widow maker". Αν τελικά επέλθει μια μαζική ρευστοποίηση των θέσεων "carry trade", ας ελπίσουμε ότι δεν θα αφήσει πίσω της και άλλες οικονομικές "χήρες".
Η Rebecca Patterson είναι οικονομολόγος και senior fellow στο Council on Foreign Relations, έχοντας διατελέσει σε ανώτερες θέσεις στις JPMorgan Chase και Bridgewater Associates. Είναι επίσης συμπαρουσιάστρια του podcast "The Spillover".*
© 2026 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"**
Βαθμός Πρωτοτυπίας
91.0
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 24:08
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| 24:05 | Η άλλη αγορά ομολόγων που πρέπει να μας ανησυχείCapital · πρώτο |