Τάκης Καΐσης: Η δημοσιογραφία μιας άλλης εποχής μέσα από μια ιστορία

Έφυγε χθες από τη ζωή ο Τάκης Καΐσης, ένας θρύλος της δημοσιογραφίας της Θεσσαλονίκη και για πολλά χρόνια μέλος του Γραφείου Βόρειας Ελλάδας της εφημερίδας “Ελευθεροτυπία”.
Τον έζησα 30 χρόνια και διδάχτηκα πολλά.
Ως φόρο τιμής, ανεβάζω πάλι ένα επεισόδιο του Ημερολόγιον Ντελίβερι που είχα γράψει γι’ αυτόν.
Ημερολόγιον ντελίβερι Επεισόδιον 35ον (Ιστορικόν)
Πήγα δύο παραγγελίες στη Βαλαωρίτου απόψε (23/10/2022). Στο 6 και στο 10. Στο 6, μία ολοκαίνουργια πολυκατοικία με φοιτητικά διαμερίσματα. Στο 10, μια παλιά πολυκατοικία, η οποία είχε επίσης φοιτητικά διαμερίσματα. Δυο κοπελίτσες σαν τα κρύα τα νερά είχαν παραγγείλει.
Γύρισα και κοίταξα απέναντι το ψηλό γωνιακό κτίριο, που είχα επισκεφτεί πολλές φορές κι εγώ, πολύ νέος τότε, ως αστυνομικός συντάκτης της “Ελευθεροτυπίας”. Το κτίριο που στεγαζόταν παλιά η Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης. Το κολαστήριο της Χούντας. Στη Βαλαωρίτου 11-13. Και θυμήθηκα μια ιστορία που μας είχε διηγηθεί στο γραφείο ο Τάκης Καΐσης.
Ο Τ.Καΐσης είχε πολύ δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα. Τι συνταγές γιατρών κι αηδίες; Δεν έβγαζες λέξη. Τι λέξη; Ούτε γράμμα δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις. Και υπήρχαν βέβαια τα ανάλογα σχόλια. “Καταλαβαίνεις τι γράφεις;” . “Τα βγάζεις τα γράμματά σου;” και διάφορα τέτοια.
Οπότε μια μέρα, μας διηγήθηκε μια ιστορία. Δεν θυμάμαι πού δούλευε τότε, αλλά μόλις είχε ξεκινήσει να δουλεύει για το πρώτο, παράνομο φύλλο της “Αυγής”. Ήταν οι μέρες της Χούντας. Ήταν κι αυτός κλεισμένος στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης με την εξέγερση των φοιτητών. Κάνει ντου οι αστυνομία και βρίσκεται και ο Τ.Καΐσης στα χέρια των αστυνομικών. Και τους πάνε στη Βαλαωρίτου. Έντρομοι όλοι, περίμενε ο καθένας τη σειρά του για να μπει στο γραφείο του διοικητή της ασφάλειας (Δεν θυμάμαι το όνομά του. Οι παλιοί το ξέρουν σίγουρα. Και το έχει καταγράψει και η Ιστορία). Κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει.
Έρχεται η σειρά του Καΐση. “Μπήκα μέσα. Το γραφείο ήταν απέναντι όπως μπαίνεις Αυτός καθόταν φάτσα στην πόρτα. Πίσω του, δεξιά κι αριστερά, υπήρχαν δύο πόρτες. Αν σε έστελνε να περάσεις από τη μία, πήγαινες σπίτι σου. Αν σε έστελνε από την άλλη, δε σε ξανάβλεπε κανείς. Έπαυες να υπάρχεις. Αλλά δεν πέθαινες. Απλά χανόσουν και δε σε ξανάβλεπε κανένας φίλος ή γνωστός ή η οικογένειά σου. Ούτε μάθαιναν βέβαια τι είχες απογίνει.”
“Άδειασε τις τσέπες σου” , του λέει ο διοικητής της ασφάλειας. Τις αδειάζει πάνω στο γραφείο. Κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, στυλό και, φυσικά, τα χαρτιά με τις σημειώσεις του για το ρεπορτάζ στο πρώτο, παράνομο φύλλο της “Αυγής”. Κανονικό εισιτήριο για Μακρόνησο και Αη Στράτη. Μόνο η σφραγίδα έλειπε κι ήσουν έτοιμος για απόπλου. Αφού περνούσες βέβαια κάποιες μέρες “περιποίησης” στα υπόγεια της Βαλαωρίτου για να στρώσεις επιδερμίδα για τις πολύμηνες “διακοπές” στα νησιά…
Ο διοικητής της ασφάλειας περιεργάζεται τα πράγματα του Τ.Καΐση. Βλέπει το ένα, βλέπει το άλλο, στο τέλος παίρνει στα χέρια του τα διπλωμένα χαρτιά με τις σημειώσεις του. Τα ξεδιπλώνει. Τα ανοίγει. Τα κρατάει μπροστά του και τα κοιτάει. “Εμένα με έχει λούσει κρύος ιδρώτας. Αυτό ήταν. Τελείωσα. Δεν πρόκειται να ξαναδώ το φως του ήλιου.”, μας έλεγε. Ο διοικητής της ασφάλειας κρατάει μπροστά του τα χαρτιά για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά τα πηγαίνει λίγο πιο μακριά από τα μάτια του. Τα φέρνει πιο κοντά. Τα γυρίζει ανάποδα. Τα ξαναγυρίζει ίσια. “Τι είναι αυτά ρε;”, τον ρωτάει.
“Οι σημειώσεις μου για το ρεπορτάζ για την εφημερίδα”, απαντάει (για την εφημερίδα στην οποία εργαζόταν κανονικά και δεν θυμάμαι ποια ήταν).
Ο διοικητής της ασφάλειας τα σκίζει, τα ξανασκίζει, τα ξανασκίζει και τα πετάει στο καλάθι δίπλα του.
Αυτό ήταν. Σώθηκε. Τον έσωσε ο ίδιος ο διοικητής της ασφάλειας, χωρίς καν να το ξέρει. Εξαφάνισε τα αποδεικτικά στοιχεία με τα ίδια του τα χέρια. Έσκισε το εισιτήριο για το πλοίο, που ήταν ήδη έτοιμο και περίμενε μόνο τη σφραγίδα του.
Κι έτσι, ο δυσανάγνωστος, κάκιστος, ακαταλαβίστικος γραφικός χαρακτήρας του Τ.Καΐση, του έσωσε τη ζωή επί Χούντας, τον γλίτωσε από βασανιστήρια και εξορίες. Κι εμείς, μείναμε να κοιτάμε με δέος τα ακαταλαβίστικα γράμματά του που ήταν στα χαρτιά του στο γραφείο μπροστά στα μάτια μας, από το παρασκήνιο που μόλις πριν από λίγο είχε στείλει. Και νόμιζα πως έβλεπα ένα πραγματικό ίχνος της πρόσφατης Ιστορίας ζωντανό μπροστά μου, σαν αρχαιολόγος που μόλις είχε ξεθάψει μια αρχαία επιγραφή.
Αυτή η ιστορία μου ήρθε στο κατευθείαν στο μυαλό, όταν βρέθηκα πάλι, μετά από πάρα πολλά χρόνια, πριν από μερικές ώρες μπροστά στο, έρημο και σκοτεινό πλέον, κτίριο της Βαλαωρίτου 11-13. Όχι κάποια δημοσιογραφική μου επιτυχία στο αστυνομικό ρεπορτάζ.
Και μετά μου ήρθε μια σκέψη κι έβαλα τα γέλια.
Φαντάσου λέει, να είχε τις σημειώσεις του γραμμένες σε κάποιο αρχείο στο κινητό ή σε λάπτοπ και να μην είχε προλάβει να πατήσει delete…
Ο Τάκης Καΐσης ήταν βιβλιοφάγος. Διάβαζε ασταμάτητα. Στο σπίτι του είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη η οποία είχε αποκλειστικά και μόνο βιβλία. Τίποτ’ άλλο. Ούτε αναμνηστικά, ούτε κυροπήγια, ούτε μπιμπελό, ούτε τίποτα.
Και θυμόταν αυτά που διάβαζε. Φωτογραφικά. Καμιά φορά, στη στήλη “Πολιτικά Παρασκήνια”, χρησιμοποιούσε φράσεις και τσιτάτα συγγραφέων, πολιτικών κλπ, τα οποία θυμόταν αυτούσια.
Μια μέρα, είχε κολλήσει. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς μια φράση που είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο. Εγώ καθόμουν στο διπλανό γραφείο.
Πήρε λοιπόν στο σπίτι, τη γυναίκα του (δεν υπήρχαν κινητά τότε) και της λέει:
“Έλα Ευγενούλα! Δες λίγο ρε συ! Στη βιβλιοθήκη, στο τρίτο ράφι, κάπου στη μέση, είναι το τάδε βιβλίο. Για δες λίγο ρε συ. Στη σελίδα τάδε, παράγραφο δείνα, πώς ακριβώς το γράφει αυτό; Το γράφει έτσι ή έτσι;”
Έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα! Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου.
“Πας καλά;” Του λέω. Με κοιτάει και χαμογελάει με νόημα. Ήξερε ότι ήταν απίστευτο!
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.1
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 17:59
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 17:57 | Τάκης Καΐσης: Η δημοσιογραφία μιας άλλης εποχής μέσα από μια ιστορίαParallaxi · πρώτο |