Ελλάδα
Γιατί δεν τελειώσαμε με το «αυγό του φιδιού» – Τι ωθεί νέους ανθρώπους στην ακροδεξιά

Η πρόσφατη αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη ηγετικού στελέχους της καταδικασμένης εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή», επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ακροδεξιά, τις τακτικές της και την απήχησή της στις νεαρότερες ηλικίες.
Ποιες ψυχοκοινωνικές ανάγκες καλύπτουν τέτοιες οργανώσεις στους νέους;
Πώς αλλάζουν τη «βιτρίνα» τους και ποια είναι η ευθύνη των Μέσων Ενημέρωσης; Για αυτά τα ερωτήματα η Parallaxi μίλησε με τον Αντώνη Γαλανόπουλο, διδάκτορα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Project Coordinator του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή «Eteron» με εξειδίκευση στη θεωρία λόγου, τις ψυχοκοινωνικές σπουδές και τον λαϊκισμό.
Πριν από την καταδίκη της ηγετικής ομάδας της Χρυσής Αυγής για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, στο αντιφασιστικό κίνημα επικρατούσε και συνεχίζει να επικρατεί το σύνθημα «Σιγά μην Φοβηθώ». Η καλλιέργεια του φόβου και η άσκηση βίας είναι το στοιχείο που ελκύει τις νεαρές ηλικίες, ώστε να αισθάνονται ότι εντάσσονται σε ομάδα που μια μεγάλη μερίδα του κόσμου την φοβάται;**
Αντώνης Γαλανόπουλος:** Η προβολή της σωματικής δύναμης, η έννοια της πειθαρχίας και η καλλιέργεια του φόβου παίζουν όντως κεντρικό ρόλο στη γοητεία που ασκούν τέτοια κινήματα σε συγκεκριμένες μερίδες του πληθυσμού, κυρίως σε νεαρούς άνδρες αλλά πλέον και σε νέες γυναίκες.
Αυτό θυμίζει κλασσικούς τρόπουλος κοινωνικοποίησης της νεολαίας: φτιάχνουμε ομάδες, εκδηλώνουμε επιθετικότητα στον δημόσιο χώρο, τρομοκρατούμε άλλους και αυτό μας κάνει δημοφιλείς σε συγκεκριμένους χώρους ή δίνει την εντύπωση ότι είμαστε «η καλύτερη παρέα στο προαύλιο». Εδώ όμως η κοινωνικοποίηση γίνεται μέσω πολιτικοποίησης. Παιδιά με αδύναμες ιδεολογικές ταυτότητες ψάχνουν, αναζητούν εκεί μια πλήρωση κενών – στην κοινωνικοποίηση, στην αντίληψη των πραγμάτων, στη συναισθηματική τους πλήρωση. Κάποιοι άλλοι θα το έβρισκαν αυτό στον αθλητισμό. Δυστυχώς, ορισμένοι το βρίσκουν σε αυτού του είδους τις οργανώσεις.
Θεωρούσαμε συχνά ότι μόλις αποκαλυφθεί η εγκληματική δράση μιας τέτοιας οργάνωσης, θα έρθει αμέσως και η Νέμεσις. Δηλαδή η πτώση της. Γιατί η βία δεν λειτούργησε αποτρεπτικά για τους υποστηρικτές της;**
Α.Γ.:** Προσπαθούμε συχνά να προσεγγίσουμε την ακροδεξιά με αμιγώς πολιτικούς, ορθολογικούς όρους, αλλά έχει αποδειχθεί ότι δεν λειτουργούν έτσι. Η βία είναι πυρηνικό στοιχείο αυτών των εξτρεμιστικών οργανώσεων, ιδίως της δεξιάς που έχει και παραστρατιωτικά χαρακτηριστικά. Η βία βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα του εθνικισμού, του ναζισμού και του φασισμού και αποτελεί βασικό στοιχείο ταύτισης.
Πριν φτάσουμε στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, υπήρχε μια σειρά βίαιων επιθέσεων στον δρόμο, προς Έλληνες και κυρίως προς μεταναστευτικό πληθυσμό, οι οποίες δεν έκαμψαν καθόλου τα ποσοστά της οργάνωσης. Η πτώση δεν ήρθε αμέσως με την αποστέρηση της βίας, αλλά όταν ξεκίνησε η δικαστική δίωξη που έβαλε σε μεγάλους μπελάδες τα στελέχη της και αργότερα όταν κόπηκε η χρηματοδότηση.
Πώς διαμορφώνεται η εκλογική συμπεριφορά των νέων σήμερα; Ισχύει το στερεότυπο ότι η νεολαία είναι αναγκαστικά προοδευτική;**
Α.Γ.:** Δεν υπάρχει πια το σχήμα μιας νεολαίας που είναι αμιγώς προοδευτική. Υπάρχουν διαφορετικά ρεύματα και ιδεολογίες. Στις έρευνές μας, για παράδειγμα στο «Έτερον», βλέπουμε ότι αθροιστικά ποσοστά των κομμάτων της ακροδεξιάς στη νέα γενιά κυμαίνονται γύρω στο 20% πολύ κοντά δηλαδή στον μέσο όρο του συνολικού πληθυσμού.
Αυτό που κυρίως έχει συμβεί είναι ότι οι νέες γυναίκες έχουν γίνει πιο προοδευτικές και φιλελεύθερες από τον μέσο όρο, ενώ στους νέους άνδρες καταγράφονται διαφορετικές τάσεις. Ειδικά σε περιοχές που είναι επιβαρυμένες, που πλήττονται από την ανέχεια ή την έλλειψη υποδομών – όπως έχει φανεί και στα σχολεία των Δυτικών Συνοικιών της Θεσσαλονίκης – δημιουργείται δίοδος για τέτοιες οργανώσεις που θρέφουν το ρεύμα του εθνικισμού. Η πολιτεία θα έπρεπε να είχε στρέψει πολύ περισσότερο την προσοχή της εκεί.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κοινό της ακροδεξιάς επιλέγει για την ενημέρωσή του κυρίως τα social media, εκεί όπου η καλλιέργεια μιας παραμορφωμένης εικόνας είναι συνηθισμένο φαινόμενο;**
Α.Γ.:** Θα ήταν μάλλον πολύ στερεοτυπικό να πούμε ότι όσοι διαβάζουν είναι προοδευτικοί και ψηφίζουν «σωστά», ενώ όσοι δεν διαβάζουν γίνονται αναγκαστικά φασίστες και ψηφίζουν «λάθος». Δεν νομίζω ότι αυτό το σχήμα δουλεύει πλέον.
Η σύγχρονη ακροδεξιά διεθνώς έχει σπάσει τα παραδοσιακά εκλογικά της όρια. Προφανώς τα social media παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, αλλά η βάση των ψηφοφόρων της δεν περιορίζεται σε ένα περιθωριακό ή απαίδευτο κοινό. Στην Ελλάδα το προφίλ παραμένει ίσως λίγο πιο παραδοσιακό, αλλά βρισκόμαστε ξεκάθαρα σε μια φάση μετάβασης.
Παράλληλα, βλέπουμε την αλματώδη άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, όπως την επικράτηση του AfD σε κρατίδια της Γερμανίας ή τα υψηλά ποσοστά της Λεπέν στη Γαλλία. Συνδέεται το ελληνικό φαινόμενο με αυτό που συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη;**
Α.Γ.:** Απολύτως. Η άνοδος κομμάτων όπως το AfD στη Γερμανία, της Λεπέν στη Γαλλία ή της Μελόνι στην Ιταλία δείχνει ότι η ακροδεξιά έχει καταφέρει να περάσει τα παραδοσιακά της όρια και να κινητοποιήσει τεράστιες μάζες, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται πολλοί νέοι ψηφοφόροι. Στη Γερμανία για παράδειγμα, είδαμε ότι το AfD κατάφερε να προσελκύσει ένα μεγάλο ποσοστό νέων ανθρώπων που προηγουμένως απείχαν από τις κάλπες.
Υπάρχουν κοινοί ευρωπαϊκοί παρανομαστές: η αμφισβήτηση των παραδοσιακών θεσμών, το αίσθημα κοινωνικής και οικονομικής αβεβαιότητας, αλλά και η ικανότητα αυτών των χωρών να εκμεταλλεύονται την αντισυστημική οργή. Η διαφορά είναι ότι στην Ευρώπη η ακροδεξιά έχει φορέσει πιο «θεσμικό» ή γραβατωμένο μανδύα, ενώ στην Ελλάδα είχαμε την ιδιομορφία μιας καθαρά ναζιστικής και βίαιης οργάνωσης, η οποία όμως τώρα προσπαθεί να υιοθετήσει αυτά τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πρότυπα.
Στις εικόνες από την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη σχολιάστηκε έντονα η ενδυματολογική του επιλογή. Υπάρχει κάποιος συμβολισμός πίσω από αυτό;**
Α.Γ.:** Νομίζω θα ήταν αφελές να υποθέσουμε ότι ήταν τυχαία επιλογή. Το συγκεκριμένο μαύρο μπλουζάκι Fred Perry με τις κίτρινες ρίγες είναι ο χρωματικός συνδυασμός που ταυτίστηκε απόλυτα με το ακροδεξιό κίνημα Proud Boys στις Ηνωμένες Πολιτείες – σε τέτοιο βαθμό που η εταιρεία αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση και να αποσύρει το συγκεκριμένο προϊόν από τις αγορές των ΗΠΑ και Καναδά.
Αυτό που βλέπουμε είναι μια προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί η εικόνα της Χρυσής Αυγής συνδέοντάς την με κινήματα που έχουν αναφορά στις ΗΠΑ, πιο «τραμπικά» σχήματα ή περσόνες των Social Media (όπως ο Charlie Kirk ή ο Nick Fuentes). Παράλληλα, παρατηρούμε μια αλλαγή και στη φρασεολογία: η χρήση όρων όπως «δημοκρατία» ή «εθνικό κόμμα» αντί για εθνικιστικό δείχνει μια επιμονή στο να χτιστεί το αφήγημα του αντισυστημικού outsider που τον πολεμά το σύστημα και του στερεί τα δικαιώματα του, παρότι νομικά δεν φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να κατέβει στις εκλογές.
Ποιος είναι ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης σε όλη αυτή την ιστορία; Συμβάλλουν στην αντιμετώπιση ή στην αναπαραγωγή του φαινομένου;**
Α.Γ.:** Δυστυχώς, τα παραδοσιακά media συχνά δημιουργούν αυτό που στη βιβλιογραφία ονομάζουμε hype. Ξεκίνησαν μέρες πριν να διακηρύσσουν την αποφυλάκιση και να συζητούν για την ίδρυση κόμματος, δημιουργώντας μια κουβέντα που νομικά δεν φαίνεται να έχει βάση. Χρειάστηκε να διαβάσουμε αναλύσεις συνταγματολόγων (όπως του κ. Κοντιάδη) για να καταλήξουμε ότι μια τέτοια κάθοδος δεν είναι δυνατή.
Τα ΜΜΕ ετοιμάζονται να κάνουν τα ίδια λάθη με την περίοδο της κρίσης: προβάλλουν τα επεισόδια σοκαρισμένα, κάνουν live μεταδόσεις από την αποφυλάκιση, προσπαθούν να κάνουν συζητήσεις «εξορθολογισμού» και προσφέρουν δωρεάν προβολή. Φτιάχνεται μια τεχνητή συζήτηση για να νιώθουμε σοκαρισμένοι και να καταδικάζουμε, αντί να υπάρχει ουσιαστική ενημέρωση.
Πώς πρέπει τελικά η δημοκρατική κοινωνία και οι θεσμοί να αντιμετωπίσουνε τέτοια φαινόμενα;**
Α.Γ.:** Δεν υπάρχει μια απλή ή μονοσήμαντη απάντηση, γιατί το να εξαφανίσεις εντελώς κάποιον από τον δημόσιο λόγο δεν σημαίναι απαραίτητα ότι λύνεις το πρόβλημα. Χρειάζεται όμως ψυχραιμία, συστηματικότητα και στρατηγική.
Όλοι παίζουν τον ρόλο τους: τα ΜΜΕ, τα πολιτικά κόμματα, αλλά και η κοινωνία των πολιτών και οι ερευνητικοί φορείς. Το πρώτο που πρέπει να αποφύγουμε είναι ο πανικός. Ο πανικός οδηγεί σε λάθη και στη μεγέθυνση του προβλήματος. Ούτε πανικός, λοιπόν, αλλά ούτε και εφησυχασμός.
Υπάρχουν διδάγματα δεκαετιών από δημοκρατικές κοινωνίες στην Ευρώπη και διεθνώς που αντιμετωπίζουν τέτοιες προκλήσεις. Οφείλουμε να τα μελετήσουμε και να γίνουμε πιο έξυπνοι στις τακτικές που ακολουθούμε στον δημόσιο λόγο.
Δημήτρης Ψαρράς: «Η ακροδεξιά στην Ελλάδα είναι ακόμα διάχυτη κι έχει προσβάσεις στο βαθύ κράτος»
Ο δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας Δημήτρης Ψαρράς – ο άνθρωπος που αποτύπωσε με ντοκουμέντα την ακτινογραφία της εγκληματικής οργάνωσης στα θεμελιώδη βιβλία του «Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής» (εκδ. Πόλις) και «Ο Αρχηγός: Το αίνιγμα του Νίκου Μιχαλολιάκου», με πολύχρονη εμπειρία στον «Ιό» και την πολύχρονη κάλυψη της δίκης της Χρυσής Αυγής – αναλύει στην Parallaxi τη μεταμόρφωση της ελληνικής ακροδεξιάς, τη στρατηγική «ξεπλύματος» του Ηλία Κασιδιάρη, τη στάση των ΜΜΕ και της κυβέρνησης, αλλά και την παρακαταθήκη του Παύλου Φύσσα 13 χρόνια μετά τη δολοφονία του.
– Κύριε Ψαρρά, πώς διαμορφώνεται το τοπίο της ακροδεξιάς σήμερα στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη;**
Δημήτρης Ψαρράς: Πριν από λίγες δεκαετίες, η αδιάλλακτη ακροδεξιά θεωρούνταν εκτός πολιτικού παιχνιδιού, στο απόλυτο περιθώριο. Στην Ελλάδα μετά το 2010 και την περίοδο της κρίσης, το ακροδεξιό σχήμα πήρε τα πάνω του, αλλά με μια ιδιαιτερότητα: είχε έναν αμιγώς νεοναζιστικό πυρήνα και εγκληματική δράση. Αυτό δεν ήταν απλώς μια στροφή προς την ακροδεξιά, ήταν κάτι πολύ περισσότερο.
Αν δει κανείς τα εκλογικά νούμερα, θα διαπιστώσει ότι η ακροδεξιά στην Ελλάδα φαίνεται πιο συγκρατημένη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό όμως είναι απατηλό. Η ελληνική ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι ο ακροδεξιός πυρήνας του ΛΑΟΣ ενσωματώθηκε στη Νέα Δημοκρατία.
Ο Κώστας Καραμανλής είχε εξοβελίσει τον Γιώργο Καρατζαφέρη. Αργότερα, ο Αντώνης Σαμαράς ήταν πιο συντηρητικός, όμως για πρώτη φορά επί Κυριάκου Μητσοτάκη βλέπουμε αυτό το φαινόμενο: στελέχη με ακροδεξιό παρελθόν να βρίσκονται στον σκληρό ηγετικό πυρήνα της εξουσίας. Η ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν εμφανίζεται πάντα ως εξτρεμιστική· είναι διάχυτη, δεν περιορίζεται μόνο στον Βελόπουλο ή στον Κασιδιάρη, αλλά διατρέχει ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο.
Η στρατηγική Κασιδιάρη: Λήθη, «ξέπλυμα» και Social Media
Πώς αξιολογείτε την προσπάθεια του Ηλία Κασιδιάρη να ανασυνταχθεί, χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αμερικανικά πρότυπα (π.χ. Proud Boys, αναφορές στον Ίλον Μασκ);**
Ο Κασιδιάρης είναι προσαρμοσμένος στα νέα συστήματα επικοινωνίας. Η στρατηγική του βασίζεται στην απόλυτη λήθη:
Δεν δηλώνει απλώς αθώος, αλλά εξαφανίζει εντελώς το παρελθόν του.
Έχει παραμερίσει τα παλιά ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής (όπως τους Μάστορα, Μισιάκα ή τον Μπαρμπαρούση) για να μην φαίνεται η συνέχεια.
Ήδη από την άνοιξη του 2020 – πριν βγει η πρωτόδικη απόφαση – είχε αποχωρήσει από τη Χρυσή Αυγή με επιστολή στον Μιχαλολιάκο, ζητώντας να αναλάβει ο ίδιος την ηγεσία. Ο Μιχαλολιάκος όπως έκανε πάντα με όσους υπαρχηγούς αποκτούσαν επιρροή, τον πέταξε έξω.
Όσο για τις αναφορές του στον Ίλον Μασκ ή την αισθητική τύπου Proud Boys, ο Κασιδιάρης θέλει να δείξει ότι δεν αποτελεί συνέχεια της «τελειωμένης» Χρυσής Αυγής. Εκμεταλλεύεται το ότι ο Μασκ εκπροσωπεί έναν αντισυστημικό, δεξιο ποπουλισμό που αμφισβητεί τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη δικαιοσύνη στις ΗΠΑ. Θέλει να πει στους οπαδούς του: «Δείτε, είμαι μέρος ενός παγκόσμιου ρεύματος».
Ωστόσο, δεν πρέπει να υπερβάλλουμε για την πραγματική δυναμική του. Ούτε για τη νεολαία. Το ότι έχει 50.000 followers στο διαδίκτυο δεν σημαίνει ότι έχει την ίδια απήχηση στον δρόμο. Στον Δομοκό, για παράδειγμα, μαζεύτηκαν μόλις 150 άτομα. Η διαδικτυακή επιρροή είναι σημαντική, αλλά δεν ταυτίζεται με την πραγματική κοινωνική γείωση.
Η σχέση της ακροδεξιάς με το «βαθύ κράτος»
Γιατί το πολιτικό σύστημα φαίνεται ή δείχνει συχνά να «αιφνιδιάζεται» από την ακροδεξιά;**
Στην Ελλάδα υπάρχει μια ιστορική συνέχεια: η ακροδεξιά διατηρεί διαχρονικά δεσμούς με αυτό που ονομάζουμε «βαθύ κράτος». Μετά τον Εμφύλιο, τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση, ένας θύλακας του κρατικού μηχανισμού παρέμεινε ανέγγιχτος.
Όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις – ακόμα και της Δεξιάς – χρησιμοποιούσαν αυτή τη μερίδα του πληθυσμού, αλλά τους είχαν ως «δεύτερης κατηγορίας» στελέχη ή για να κάνουν τη «βρωμοδουλειά» (π.χ. επεισόδια πίσω από τα ΜΑΤ σε διαδηλώσεις).
Η διαφορά σήμερα είναι ότι για πρώτη φορά ένα μοντέρνο σύστημα εξουσίας τους έχει δεχτεί στον πυρήνα του λεγόμενου «επιτελικού κράτους». Στελέχη με μαθητεία δίπλα σε θεωρητικούς του φασισμού (όπως ο Κώστας Πλεύρης) κατέλαβαν κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις. Αυτοί οι δεσμοί φάνηκαν και το 2014, όταν ο Κασιδιάρης κατέβασε στο ευρωψηφοδέλτιο ανώτερους απόστρατους αξιωματικούς (Επιτήδειος, Συναδινός), οι οποίοι και εκλέχθηκαν. Υπάρχει μια ακροδεξιά παράδοση στο κράτος που δεν έχει καθοριστεί, αλλά έχει κουκουλωθεί από το ευρύτερο πολιτικό σύστημα.
Τα λάθη των ΜΜΕ και το «κλείσιμο του ματιού» από την κυβέρνηση
Πώς κρίνετε τη στάση των mainstream ΜΜΕ και της πολιτικής ηγεσίας απέναντι στις αποφυλακίσεις ή τις νομικές διατάξεις σχετικά με ενδεχόμενη επαναπολιτικοποίηση στελεχών που καταδικάστηκαν για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, δολοφονικές επιθέσεις κλπ;**
Τα ΜΜΕ επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη του 2012 – 13. Περιορίζονται σε μια τηλεοπτική κάλυψη που καλλιεργεί ένα τεχνητό hype, χωρίς να θυμίζουν στο κοινό τι έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος (βλ. Κασιδιάρης). Όταν αυτός ισχυρίζεται ψευδώς ότι είναι «πολιτικός κρατούμενος», αν δεν τον διαψεύσουν οι δημοσιογράφοι, ο θεατής δεν πρόκειται να διαβάσει τη δικαστική απόφαση των 12.700 σελίδων.
Παράλληλα, βλέπουμε υπουργούς να δηλώνουν δημόσια «άγνοια» για το τι προβλέπει ο εκλογικός νόμος του 2023 για τους καταδικασμένους. Αυτό δεν είναι αφέλεια προφανώς – ξέρουν πολύ καλά. Είναι ένα εσκεμμένο «κλείσιμο του ματιού» στο ακροδεξιό ακροατήριο, μια προσπάθεια να φανούν αμέτοχοι, όπως ακριβώς συνέβαινε την εποχή του Τάκη Μπαλτάκου στην κυβέρνηση Σαμαρά.
Η παρακαταθήκη του Παύλου Φύσσα
13 χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, θεωρείται ότι ο κόσμος έχει εφυσηχάσει; Θεωρεί ότι έχουμε τελειώσει με τις φασιστικές γκρούπες και τα ακροδεξιά μορφώματα;**
Το θέμα της ακροδεξιάς δεν λύνεται μόνο στα δικαστήρια. Η Δικαιοσύνη έκανε τη δουλειά της και τους έκλεισε μέσα, παρά τις αντίθετες εισαγγελικές προτάσεις που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης.
Όμως, η περιπτώση του Παύλου Φύσσα, η στάση της μητέρας του Μάγδας, της οικογένειας και των φίλων του, άλλαξαν την πορεία των πραγμάτων. Είναι τρομερό ότι 13 χρόνια μετά, τόσος κόσμος κινητοποείται όχι μόνο για να θυμηθεί έναν νεκρό, αλλά για να τιμήσει τη στάση του.
Η θυσία του Παύλου ενεργοποιεί ακόμα αντανακλαστικά. Υπάρχει μια αισιόδοξη πλευρά: η κοινωνία δεν έχει εφησυχάσει πλήρως και δεν αφήσει τον φασισμό να περάσει έτσι.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.2
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 22 Σεπ, 03:01
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| 18 Σεπ, 07:58 | Γιατί δεν τελειώσαμε με το «αυγό του φιδιού» – Τι ωθεί νέους ανθρώπους στην ακροδεξιάParallaxi · πρώτο |