Η Κίνα θέλει να «ξεχάσει» την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο

Πενήντα χρόνια μετά το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης, η Κίνα προτιμά τη σιωπή. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει καταδικάσει την καταστροφική δεκαετία του Μάο, αλλά δεν θέλει να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για τις ευθύνες, τη βία και τα τραύματά της. Τα μνημεία εξαφανίζονται, τα βιβλία απαγορεύονται και η μνήμη υποχωρεί.
Πρόκειται για μια σημαντική επέτειο, αλλά δεν θα υπάρξει καμία σχετική εκδήλωση, γράφει ο Economist. Στις 6 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν ακριβώς 50 χρόνια από την επίσημη λήξη της Πολιτιστικής Επανάστασης. Το τέλος εκείνης της ταραχώδους δεκαετίας και η αποφασιστική απομάκρυνση από την απρόβλεπτη διακυβέρνηση του Μάο άνοιξαν τον δρόμο για μισό αιώνα εντυπωσιακής ανάπτυξης της Κίνας. Ομως η επέτειος είναι υπερβολικά ευαίσθητη για το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο αποφεύγει συστηματικά την αναμέτρηση με τα λάθη του παρελθόντος. Το κόμμα έχει ήδη καταδικάσει την Πολιτιστική Επανάσταση και δεν επιθυμεί να ανοίξει ξανά τις παλιές πληγές.
Μια εικόνα για το πώς αντιμετωπίζεται σήμερα η περίοδος μπορεί να δώσει ένας χώρος έξω από τη Σαντού, στη νότια Κίνα. Εκεί υπήρχε κάποτε το μοναδικό μουσείο της χώρας αφιερωμένο στις φρικαλεότητες της Πολιτιστικής Επανάστασης. Η βία είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα μετά την έναρξη της εκστρατείας του Μάο το 1966 και είχε φτάσει και στη Σαντού, σχεδόν 2.000 χιλιόμετρα από το Πεκίνο.
Ενας αντιδήμαρχος, ο οποίος είχε ο ίδιος υποστεί διώξεις, γνώριζε ότι στους γύρω λόφους υπήρχαν τάφοι θυμάτων. Μετέτρεψε έτσι την περιοχή σε μνημείο, το οποίο άνοιξε το 2005. Με ιδιωτικές δωρεές τοποθετήθηκαν πλάκες με τα ονόματα χιλιάδων νεκρών, ενώ εκτίθεντο μαρτυρίες για το χάος της εποχής και φωτογραφίες από πλήθη που καταδίκαζαν υποτιθέμενους εχθρούς. Υπήρχε επίσης η επίσημη κομματική ετυμηγορία: ένας «κακός» ηγέτης και «αντεπαναστατικές κλίκες» είχαν προκαλέσει καταστροφή στο κόμμα, το κράτος και ολόκληρο τον λαό, σημειώνει ο Economist.
Το μουσείο έκλεισε από τις αρχές το 2016 για «ανακαινίσεις». Για κάποιο διάστημα παρέμεναν ίχνη του, ακόμη και πλάκες που είχαν πρόχειρα καλυφθεί. Σήμερα δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτε. Το κυκλικό κτίριο που στέγαζε τα εκθέματα είναι άδειο και κλειδωμένο. Οι επιγραφές στις πέτρες έχουν καλυφθεί με τσιμέντο ή κίτρινη μπογιά και κανένας τάφος της εποχής δεν επισημαίνεται.
Στη θέση τους υπάρχουν πλέον οι «12 βασικές σοσιαλιστικές αξίες» που υιοθέτησε η Κίνα ως ιδεολογικά συνθήματα καθώς ανέβαινε στην εξουσία ο Σι Τζινπίνγκ. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η δικαιοσύνη, η ισότητα και η ελευθερία. Δεν υπάρχει, όμως, καμία εξήγηση για το τι συνέβη εκεί.
Σύμφωνα με τον Economist, αστυνομικοί με πολιτικά παρακολουθούσαν και συχνά παρενοχλούσαν παλιότερα επισκέπτες του χώρου, είτε ήταν ξένοι δημοσιογράφοι είτε συγγενείς θυμάτων που συγκεντρώνονταν για να τιμήσουν τους νεκρούς. Τώρα η διαγραφή της μνήμης έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε μπορεί να επισκεφθεί κανείς τον χώρο χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση.
Ενας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής εξήγησε ότι οι άνθρωποι της ηλικίας του γνωρίζουν πολύ καλά τι συνέβη. Το έζησαν. Στη Σαντού, είπε, υπήρξαν βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε αντίπαλες φατρίες. «Οι νεότεροι δεν ξέρουν και οι ηγέτες δεν θέλουν να ξέρουν», είπε στον Economist.
Η προσπάθεια ελέγχου της ιστορικής μνήμης δεν είναι καινούργια στην Κίνα. Το ίδιο έχει συμβεί με τις διαδηλώσεις στην πλατεία Τιενανμέν το 1989. Ομως, όπως γράφει ο Economist, η σιωπή γύρω από την Πολιτιστική Επανάσταση γίνεται όλο και πιο απόλυτη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ είχε επιτρέψει σε ανθρώπους να μιλήσουν για τα προσωπικά τους τραύματα. Εμφανίστηκε έτσι η λεγόμενη «λογοτεχνία των πληγών». Το 1981, όμως, το κόμμα προσπάθησε να κλείσει το θέμα με μια ιστορική απόφαση. Παρ’ όλα αυτά, επί δεκαετίες υπήρχαν περιοδικά, βιβλία, ταινίες και μνημεία που διατηρούσαν ζωντανή τη συζήτηση.
Τα τελευταία 15 χρόνια, σημειώνει ο Economist, τα περισσότερα από αυτά έχουν σχεδόν απαγορευτεί. Περιοδικά σταμάτησαν να κυκλοφορούν, βιβλία απαγορεύτηκαν και σκηνοθέτες που ασχολήθηκαν με το θέμα τέθηκαν υπό στενή παρακολούθηση. Ακόμη και στα πανεπιστήμια, όπου ορισμένοι ιστορικοί εξακολουθούν να διδάσκουν την περίοδο, κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει την επίσημη, σύντομη και επιφανειακή ερμηνεία.
Η σιωπή δεν αφορά μόνο τη μία ή την άλλη ιδεολογική πλευρά. Το 2016, στην 50ή επέτειο από την έναρξη της Πολιτιστικής Επανάστασης, φιλελεύθεροι ζητούσαν μια ουσιαστικότερη αποτίμηση, ενώ αριστεροί υποστήριζαν μια νέα αξιολόγηση του Μάο. Σήμερα, σύμφωνα με τον Economist, ούτε η κριτική ούτε η εξύμνηση είναι αποδεκτές.
Το 2021 το κόμμα εξέδωσε νέα ιστορική απόφαση, περιορίζοντας την αναφορά στην Πολιτιστική Επανάσταση από ένα ολόκληρο κεφάλαιο στα βιβλία Ιστορίας, σε μία σύντομη παράγραφο. Αν ο Ντενγκ ήθελε να βάλει το θέμα στο ράφι, ο Σι φαίνεται να θέλει να το κλειδώσει βαθύτερα στο ντουλάπι.
Για τον Σι Τζινπίνγκ, αυτή η σιωπή αποτελεί επιτυχία. Εχει περιορίσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ιστορικό μηδενισμό»: την υπερβολική κριτική στην περίοδο του Μάο, η οποία, κατά την αντίληψη της ηγεσίας, μπορεί τελικά να υπονομεύσει τη νομιμοποίηση του ίδιου του κόμματος.
Υπάρχει όμως μια ειρωνεία, καταλήγει ο Economist: γεγονότα που έχουν συμβεί πριν από μισό αιώνα, συνήθως χάνουν τη δύναμή τους όταν συζητούνται ανοιχτά και χωρίς φόβο. Οταν, αντίθετα, μια κοινωνία αποφεύγει τη συζήτηση, η οργή για τις παλιές θηριωδίες μπορεί να επιστρέψει ως πολιτικό ζήτημα. Η γενιά των Ερυθροφρουρών φεύγει. Η μνήμη όμως, αντί να σβήνει, μπορεί να αποκτά νέα δύναμη ακριβώς επειδή καταπιέζεται. Και αυτός είναι ο λόγος που η Πολιτιστική Επανάσταση εξακολουθεί να στοιχειώνει όχι μόνο τα θύματά της, αλλά και το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Πρόσθεσε το Protagon ως προτιμώμενη πηγή στη Google**
Βαθμός Πρωτοτυπίας
90.3
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 12:45
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 12:41 | Η Κίνα θέλει να «ξεχάσει» την Πολιτιστική Επανάσταση του ΜάοProtagon · πρώτο |