Πολιτική

Τα δύο Μ της Ευρώπης: Μακρόν, η τελευταία άνοιξη στο Ελιζέ, Μητσοτάκης η μάχη για τρίτη θητεία

ΠΡΩΤΟiefimerida
Φωτογραφία: iefimerida

Την άνοιξη του 2027, δύο εκλογικές αναμετρήσεις θα διεξάγονται σχεδόν παράλληλα στις δύο άκρες μιας πολιτικής σχέσης που κράτησε οκτώ χρόνια και -χωρίς ποτέ να αποκτήσει το θεσμικό βάρος του γαλλογερμανικού άξονα- που λέει πολλά για την Ευρώπη που αφήνουμε πίσω μας.

Στη Γαλλία, οι ψηφοφόροι θα εκλέγουν τον/την διάδοχο του Εμανουέλ Μακρόν, του προέδρου που έφτασε στο Ελιζέ το 2017, στα 39 του χρόνια, με μια καινούργια παράταξη (τότε με το όνομα En Marche!), έχοντας σαρώσει το παλιό κομματικό σύστημα και υποσχόμενος να ξαναδώσει πολιτική ορμή στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ζητά τρίτη κυβερνητική θητεία και θα επιμένει στον στόχο της αυτοδυναμίας που ως τώρα δεν προμηνύουν οι δημοσκοπήσεις, έχοντας ήδη συμπληρώσει σχεδόν οκτώ χρόνια στο Μέγαρο Μαξίμου.

Ο ένας δεν μπορεί, βάσει του γαλλικού Συντάγματος, να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία. Ο άλλος θα επιχειρεί να παρατείνει τη δική του εποχή στην εξουσία έως το 2031. Πίσω όμως από αυτή τη σύμπτωση του πολιτικού χρόνου βρίσκεται μια μεγαλύτερη ιστορία: δύο πολιτικοί που συναντήθηκαν μέσα στην αισιοδοξία ενός μεταρρυθμιστικού ευρωπαϊσμού και έφτασαν, μέσα από αλλεπάλληλες κρίσεις, σε μια Ευρώπη που μιλά πλέον πολύ περισσότερο για όπλα, σύνορα, στρατηγική αυτονομία, ενεργειακή ασφάλεια και την ανάγκη να μπορεί να προστατεύει μόνη της τον εαυτό της.

Η πρώτη συνάντηση στο Ελιζέ και «η Ευρώπη που προστατεύει»

Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης περνούσε για πρώτη φορά ως πρωθυπουργός την πόρτα του Ελιζέ, στις 22 Αυγούστου 2019, βρισκόταν στην εξουσία μόλις ενάμιση μήνα. Ο Εμανουέλ Μακρόν είχε ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια στην προεδρία, είχε εκφωνήσει στη Σορβόννη την ομιλία του για μια «κυρίαρχη, ενωμένη και δημοκρατική Ευρώπη» και προσπαθούσε να μετατρέψει τη θεαματική εκλογή του στη Γαλλία σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σχέδιο: κοινή άμυνα, ισχυρότερα εξωτερικά σύνορα, βαθύτερη οικονομική ενοποίηση, μια Ευρώπη ικανή να προστατεύει τα συμφέροντά της και να δρα με μεγαλύτερη αυτονομία. «Η Ευρώπη είναι μια ιδέα. Μια ιδέα που στηρίχθηκε για πολλούς αιώνες από πρωτοπόρους, αισιόδοξους και οραματιστές… Και η Ευρώπη θα ζήσει μόνο μέσα από την ιδέα που έχουμε γι' αυτήν.»

Οι δυο τους δεν γνωρίζονταν για πρώτη φορά εκείνο το απόγευμα. «Με τον Πρόεδρο Μακρόν γνωριζόμαστε εδώ και αρκετά χρόνια, από τον καιρό που ήταν Υπουργός Οικονομικών, εγώ ακόμα Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δηλώσεις του. Και λίγο αργότερα χρησιμοποίησε μια φράση που, σήμερα, μοιάζει σχεδόν με προοίμιο της σχέσης που θα οικοδομούσαν τα επόμενα χρόνια: «Θα πρέπει να μιλήσουμε -για να δανειστώ μια ορολογία του Προέδρου Μακρόν- για μια Ευρώπη που προστατεύει τους πολίτες της, μια Ευρώπη που φυλάσσει αποτελεσματικά τα σύνορά της». Στην ίδια τοποθέτηση μίλησε για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στο προσφυγικό, κοινές δράσεις στην άμυνα, πολιτική προστασία και κλιματική αλλαγή, αλλά και για «τη νέα αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τις μεταρρυθμίσεις της Ευρωζώνης και έναν ενιαίο προϋπολογισμό.

Τον Αύγουστο του 2019 όλα αυτά ανήκαν ακόμη σε μεγάλο βαθμό στο λεξιλόγιο των ευρωπαϊκών σχεδίων. Δεν είχε υπάρξει πανδημία και το Ταμείο Ανάκαμψης, tο τουρκικό ερευνητικό πλοίο Oruc Reis δεν είχε ακόμη βγει στην Ανατολική Μεσόγειο προκαλώντας μία από τις σοβαρότερες ελληνοτουρκικές κρίσεις των τελευταίων ετών, η Αθήνα δεν είχε αγοράσει τα γαλλικά Rafale και Belharra, η Ρωσία δεν είχε εισβάλει στην Ουκρανία. Εκείνο που υπήρχε ήδη ήταν μια αξιοσημείωτη σύγκλιση στη γλώσσα με την οποία οι δύο άνδρες περιέγραφαν την Ευρώπη που ήθελαν. Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι κρίσεις θα έδιναν σε αρκετές από αυτές τις λέξεις πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Η πολιτική συγγένεια, πάντως, είχε εξαρχής ένα ενδιαφέρον όριο. Ο Μακρόν είχε κατακτήσει την εξουσία δημιουργώντας το δικό του πολιτικό όχημα και διαρρηγνύοντας την παλιά εναλλαγή Σοσιαλιστών και Ρεπουμπλικανών που είχε καθορίσει επί δεκαετίες τη γαλλική πολιτική ζωή. Ο Μητσοτάκης είχε ακολουθήσει σχεδόν την αντίστροφη διαδρομή: είχε κερδίσει την ηγεσία ενός ιστορικού κόμματος και επιχειρούσε να το μετασχηματίσει από μέσα, μετακινώντας τη Νέα Δημοκρατία προς το κέντρο, φέρνοντας τεχνοκράτες και πρόσωπα έξω από τον παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό, χωρίς όμως να αποκοπεί από τις ρίζες και τη συντηρητική βάση της.

Ο ένας είχε φτιάξει το πολιτικό όχημα που τον έφερε στην εξουσία. Ο άλλος είχε πάρει ένα πολιτικό όχημα με ιστορία δεκαετιών και επιχειρούσε να το προσαρμόσει στη δική του εποχή. Το 2019 αυτή η διαφορά μπορούσε να φαίνεται δευτερεύουσα μπροστά στην κοινή εικόνα δύο φιλοευρωπαίων μεταρρυθμιστών. Καθώς όμως πλησιάζει το 2027, βρίσκεται στην καρδιά δύο πολύ διαφορετικών ερωτημάτων: τι απομένει από τον μακρονισμό όταν ο Μακρόν δεν μπορεί πια να είναι υποψήφιος και πόσο μπορεί να παραταθεί η εποχή Μητσοτάκη μέσα σε ένα κόμμα που υπήρχε πολύ πριν από εκείνον.

Ο Μακρόν είχε ήδη γνωρίσει την οργή του δρόμου

Υπήρχε άλλωστε κάτι που διαφοροποιούσε εξαρχής τους δύο άνδρες. Ο Μητσοτάκης συνάντησε το 2019 έναν Μακρόν που είχε ήδη γνωρίσει την οργή του δρόμου.

Τα Κίτρινα Γιλέκα είχαν ξεκινήσει το φθινόπωρο του 2018 από έναν φόρο στα καύσιμα και εξελίχθηκαν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: μια εξέγερση της περιφερειακής και εργαζόμενης Γαλλίας εναντίον ενός Παρισιού που, στα μάτια πολλών διαδηλωτών, αποφάσιζε για τη ζωή τους χωρίς να τη γνωρίζει. Οι εικόνες από τα Ηλύσια Πεδία έγιναν εικόνες μιας χώρας που συγκρουόταν με τον ίδιο τον εαυτό της. Η κυβέρνηση πάγωσε τελικά την αύξηση του φόρου, ο Μακρόν ανακοίνωσε φορολογικές ελαφρύνσεις δισεκατομμυρίων ευρώ και μέτρα για χαμηλότερα εισοδήματα και στη συνέχεια ξεκίνησε τη «Μεγάλη Εθνική Συζήτηση», περνώντας εβδομάδες σε πολύωρες συναντήσεις με δημάρχους και πολίτες.

Ήταν η πρώτη μεγάλη αποκάλυψη τόσο των δυνατοτήτων όσο και των αδυναμιών του τρόπου με τον οποίο ασκούσε την εξουσία. Όταν αισθανόταν ότι έχανε τον έλεγχο, έμπαινε ο ίδιος στο κέντρο της σκηνής. Μπορούσε να υποχωρήσει σε μια απόφαση χωρίς να εγκαταλείψει το συνολικό σχέδιο, να ακούσει επί ώρες και ταυτόχρονα να επιμένει ότι η κατεύθυνση δεν αλλάζει. Αυτή η αυτοπεποίθηση θα τον βοηθούσε να περάσει μεταρρυθμίσεις που άλλοι Γάλλοι πρόεδροι είχαν εγκαταλείψει. Θα τροφοδοτούσε όμως και την επίμονη κριτική για έναν πρόεδρο υπερβολικά συγκεντρωτικό, απομακρυσμένο από την καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Πριν δοκιμαστούν όμως μέχρι τέλους τα δύο μοντέλα εξουσίας, δοκιμάστηκε η ίδια η Ευρώπη.

Η πανδημία αλλάζει τους κανόνες της Ευρώπης

Τον Μάρτιο του 2020 οι ευρωπαϊκές πόλεις άδειασαν, τα σύνορα έκλεισαν και η Ιταλία μετρούσε τους πρώτους, εκατοντάδες νεκρούς, παγώνοντας όλη την υφήλιο. Η πανδημία για ένα διάστημα λειτούργησε και για τους δύο ηγέτες ως ένας απροσδόκητος επιταχυντής πολιτικού κεφαλαίου. Σε μια Ευρώπη που παρακολουθούσε με τρόμο την κατάρρευση της καθημερινότητας, η ικανότητα ενός κράτους να αποφασίζει γρήγορα, να ακούει τους επιστήμονες και να οργανώνει την αντίδρασή του απέκτησε ξαφνικά μεγαλύτερη πολιτική αξία από σχεδόν οτιδήποτε άλλο.

Για τον Μητσοτάκη αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Η Ελλάδα μπήκε νωρίς στο πρώτο lockdown, έκλεισε σχολεία, καταστήματα και σύνορα σε μια στιγμή που άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δίσταζαν ακόμη για την έκταση των περιορισμών, και η πρώτη φάση της πανδημίας, με σχετικά χαμηλό αριθμό θανάτων σε σύγκριση με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Βρετανία, ενίσχυσε διεθνώς την εικόνα μιας χώρας που, έπειτα από μια δεκαετία κατά την οποία παρουσιαζόταν ως παράδειγμα κρατικής δυσλειτουργίας, μπορούσε αυτή τη φορά να αντιδράσει γρήγορα. Για μια κυβέρνηση που είχε εκλεγεί με κεντρική υπόσχεση την αποτελεσματικότητα του κράτους, η εικόνα αυτή είχε προφανή πολιτική σημασία.

Ο Μακρόν βρισκόταν σε διαφορετική αφετηρία και η γαλλική εμπειρία ήταν πολύ βαρύτερη. Η κυβέρνησή του δέχθηκε κριτική για την αρχική διαχείριση, τις ελλείψεις σε μάσκες και την προετοιμασία του συστήματος υγείας, ενώ η Γαλλία κατέγραψε πολύ μεγαλύτερο ανθρώπινο κόστος στην πρώτη φάση. Ο ίδιος, όμως, επανέφερε στο προσκήνιο ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της προεδρίας του: την εικόνα ενός κράτους που, μπροστά στην έκτακτη ανάγκη, παρεμβαίνει μαζικά.

Με το «quoi qu’il en coûte» -«ό,τι κι αν κοστίσει»- δεσμεύθηκε ότι το κράτος θα στηρίξει εργαζομένους και επιχειρήσεις όσο διαρκούσε η αναστολή της οικονομικής ζωής. Για έναν πρόεδρο που είχε ταυτιστεί με τις φιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ήταν μια εντυπωσιακή μετατόπιση του λεξιλογίου του.

Η πρώτη περίοδος της πανδημίας έδωσε έτσι και στους δύο, με πολύ διαφορετικούς όρους, τη δυνατότητα να ενισχύσουν την εικόνα του ηγέτη που μπορεί να διαχειριστεί την κρίση: στον Μητσοτάκη μέσα από την ταχύτητα των πρώτων αποφάσεων και την εικόνα ενός κράτους που αυτή τη φορά λειτουργεί, στον Μακρόν μέσα από την επιστροφή της ισχύος του κράτους και την προεδρική διαχείριση μιας εθνικής έκτακτης ανάγκης. Αυτή η εικόνα δεν θα έμενε αλώβητη όσο η πανδημία παρατεινόταν, οι κοινωνίες κουράζονταν και οι απολογισμοί γίνονταν βαρύτεροι. Αλλά εκείνη την άνοιξη δημιουργούσε και στους δύο ένα σημαντικό πολιτικό απόθεμα.

Και ταυτόχρονα η πανδημία έκανε κάτι ακόμη σημαντικότερο για τη μεταξύ τους σχέση: μετέφερε στο πεδίο της πραγματικής πολιτικής ιδέες για την Ευρώπη που μέχρι τότε μπορούσαν να ακούγονται θεωρητικές. Η συζήτηση για αλληλεγγύη, κοινή δράση και μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ισχύ δεν αφορούσε πλέον το μέλλον της Ένωσης σε κάποια ομιλία στη Σορβόννη. Αφορούσε το ποιος θα πληρώσει για μια οικονομία που είχε σταματήσει. Αλλά το 2020 δεν τους έφερε κοντά μόνο η πανδημία.

Το καλοκαίρι που η σχέση Αθήνας–Παρισιού έγινε στρατηγική

Τον Αύγουστο, η Ανατολική Μεσόγειος βρέθηκε σε μία από τις σοβαρότερες περιόδους έντασης των τελευταίων ετών. Το Oruc Reis, οι τουρκικές έρευνες, οι ανταγωνιστικές διεκδικήσεις για τις θαλάσσιες ζώνες και η κινητοποίηση ελληνικών και τουρκικών πολεμικών πλοίων έφεραν τις δύο χώρες σε επικίνδυνη εγγύτητα.

Για τον Μητσοτάκη, η κρίση εκείνου του καλοκαιριού μετέτρεψε τη συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» σε κάτι απολύτως χειροπιαστό. Η Αθήνα χρειαζόταν έναν μεγάλο ευρωπαϊκό σύμμαχο πρόθυμο να μετατρέψει την πολιτική αλληλεγγύη σε παρουσία επί του πεδίου. Ο Μακρόν το έκανε. Όχι, βέβαια, χωρίς γαλλικό συμφέρον.

Στις 12 Αυγούστου, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με το Μαξίμου, το Ελιζέ εξέφρασε ανησυχία για τις «μονομερείς αποφάσεις» της Τουρκίας, επανέλαβε την ανάγκη γαλλικής και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προς κράτος-μέλος του οποίου αμφισβητείται η κυριαρχία και ανακοίνωσε προσωρινή ενίσχυση της γαλλικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, ο Μακρόν υποστήριζε τη γερμανική διαμεσολάβηση και ζητούσε διάλογο Αθήνας και Άγκυρας.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημεία όπου η ρομαντική εικόνα μιας προσωπικής «φιλίας» πρέπει να παραμερίσει για να δούμε τα συμφέροντα. Ο Μακρόν δεν έστελνε γαλλικές δυνάμεις στη Μεσόγειο επειδή απλώς συμπαθούσε τον Έλληνα πρωθυπουργό. Η Γαλλία είχε δικές της στρατηγικές επιδιώξεις στην περιοχή, δική της αντιπαράθεση με την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ορέξεις για ισχυρότερη παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, αμυντική βιομηχανία με ισχυρά συμφέροντα και έναν πρόεδρο που ήθελε να αποδείξει ότι η «ευρωπαϊκή κυριαρχία» μπορεί να αποκτήσει στρατιωτικό περιεχόμενο.

Η Αθήνα, από την άλλη, έβρισκε στο Παρίσι αυτό που χρειαζόταν: έναν ευρωπαϊκό εταίρο πρόθυμο να πάει πιο μακριά από τη διπλωματική γλώσσα. Εκεί, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού, η πολιτική συγγένεια έγινε στρατηγική συναλλαγή, με την ουδέτερη, πραγματική έννοια της λέξης. Τα συμφέροντα συνέπεσαν.

18 Ραφάλ, μια ιστορία αγάπης και η έκθεση στο Λούβρο

Η Ελλάδα αγόρασε πρώτα 18 Rafale και στη συνέχεια ακόμη έξι, φτάνοντας συνολικά τα 24. Και τον Σεπτέμβριο του 2021 ήρθε η στιγμή που η σχέση πήρε την πιο ολοκληρωμένη πολιτική και στρατιωτική μορφή της. Το απόγευμα της 27ης Σεπτεμβρίου, ο Μακρόν και ο Μητσοτάκης περπατούσαν μαζί στο Λούβρο στα εγκαίνια της έκθεσης «Παρίσι–Αθήνα. Η γέννηση της σύγχρονης Ελλάδας 1675–1919» με έργα από την Εθνική Πινακοθήκη και την προσωπική φροντίδα της αείμνηστης Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα. Ήταν η χρονιά των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, η έκθεση μιλούσε για τον γαλλικό φιλελληνισμό, τον Ντελακρουά, τη μακρά πολιτιστική σχέση των δύο χωρών. Ο Μακρόν μίλησε τότε για μια «ιστορία αγάπης και ελευθερίας» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, πάνω απ' όλα ευρωπαϊκή.

Ήταν μια υπέροχη εικόνα, αλλά η πραγματική πολιτική είδηση βρισκόταν λίγες ώρες αργότερα και μερικά χιλιόμετρα μακριά. Ήδη από το Λούβρο ο Μητσοτάκης άφηνε να εννοηθεί ότι θα ακολουθούσε«ουσιαστική εμβάθυνση» της στρατηγικής συνεργασίας.

Την επομένη, στο Ελιζέ, Ελλάδα και Γαλλία υπέγραψαν τη Συμφωνία Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης για την Άμυνα και την Ασφάλεια, με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Η Αθήνα ανακοίνωσε ταυτόχρονα την αγορά τριών γαλλικών φρεγατών Belharra, με δυνατότητα για μία ακόμη. Ο Μητσοτάκης μίλησε για μια Ευρώπη που θα διαθέτει «τα μέσα, τη βούληση και την επιρροή» ώστε να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της και να αντιστοιχίσει επιτέλους τη γεωπολιτική της ισχύ στην οικονομική της δύναμη.

Ήταν σχεδόν καθαρός μακρονισμός, ειπωμένος στα ελληνικά: ιδέα μιας Ευρώπης που δεν αρκείται στην οικονομική της δύναμη, αλλά αποκτά τη στρατιωτική και πολιτική ισχύ για να υπερασπίζεται μόνη τα συμφέροντά της. Αλλά τα Rafale και οι Belharra δεν αποτελούσαν μια ιδεαλιστική άσκηση στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Ήταν εξοπλιστικές συμφωνίες δισεκατομμυρίων, ενίσχυαν τη γαλλική αμυντική βιομηχανία και δημιουργούσαν μια σχέση μακράς τεχνολογικής και επιχειρησιακής συνεργασίας. Η χημεία βοήθησε. Η γεωπολιτική και τα αμοιβαία συμφέροντα έκαναν τη σχέση σημαντική.

Ενώ όμως η σχέση τους δυνάμωνε προς τα έξω, στο εσωτερικό οι δύο πολιτικοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσο αντέχει ένα μοντέλο εξουσίας όταν η υπόσχεση αποτελεσματικότητας συναντά κοινωνική ή θεσμική αντίσταση;

Είσοδος στον κυκεώνα των κρίσεων

Ο Μακρόν επανεξελέγη τον Απρίλιο του 2022 με 58,55% έναντι 41,45% της Μαρίν Λεπέν. Δύο μήνες αργότερα, όμως, οι Γάλλοι τού αφαίρεσαν την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η Γαλλία είχε επανεκλέξει τον Μακρόν χωρίς να του παραδώσει ξανά την ίδια εξουσία.

Η σύγκρουση για το συνταξιοδοτικό αποκάλυψε τι σήμαινε αυτό. Η μεταρρύθμιση που ανέβαζε το νόμιμο όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έβγαλε εκατομμύρια Γάλλους στους δρόμους. Χωρίς εξασφαλισμένη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, η κυβέρνηση της Ελιζαμπέτ Μπορν χρησιμοποίησε το άρθρο 49.3 του Συντάγματος για να περάσει το νομοσχέδιο χωρίς τελική ψηφοφορία. Ο Μακρόν επέμεινε ότι η μεταρρύθμιση ήταν αναγκαία για τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και δεν υποχώρησε.

Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της προεδρίας του. Ο πολιτικός που εξελέγη για να ξεπεράσει την ακινησία του παλιού πολιτικού συστήματος απέδειξε ότι μπορούσε να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που προκάτοχοί του δεν είχαν ολοκληρώσει, ενίσχυσε όμως ταυτόχρονα την κατηγορία των αντιπάλων του ότι κυβερνά από πάνω προς τα κάτω, χρησιμοποιώντας στο έπακρο τις εξουσίες μιας ήδη εξαιρετικά προεδρικής Δημοκρατίας. Στην Αθήνα, η κρίση ήρθε από άλλη κατεύθυνση.

Το καλοκαίρι του 2022 αποκαλύφθηκε ότι η ΕΥΠ είχε θέσει σε επισύνδεση το τηλέφωνο του Νίκου Ανδρουλάκη, τότε ευρωβουλευτή και προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Είχε προηγηθεί η αποκάλυψη απόπειρας παγίδευσης του τηλεφώνου του με Predator. Ο διοικητής της ΕΥΠ και ο γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης, παραιτήθηκαν. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι η επισύνδεση «ήταν τυπικά επαρκής, όμως πολιτικά μη αποδεκτή. Δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί, προκαλώντας ρωγμές στην εμπιστοσύνη των πολιτών στις Υπηρεσίες Εθνικής Ασφάλειας».

Το ζήτημα είχε ιδιαίτερο θεσμικό βάρος επειδή από το 2019 η ΕΥΠ είχε τεθεί υπό την άμεση εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας της υπηρεσίας και επέμεινε ότι δεν υπήρξε γνώση του πρωθυπουργού. Η αντιπολίτευση και ευρωπαϊκοί θεσμοί έθεσαν ευρύτερα ερωτήματα για τις παρακολουθήσεις, τα αντίβαρα της εξουσίας και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε ψήφισμά του τον Φεβρουάριο του 2024, εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για το κράτος δικαίου και την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την εικόνα αυτή και χαρακτήρισε την κριτική πολιτικά υποκινούμενη.

Αυτό έχει σημασία για την κατανόηση του μοντέλου Μητσοτάκη. Το «επιτελικό κράτος» είχε οικοδομηθεί πάνω στην υπόσχεση ότι ένα ισχυρό κέντρο στο Μαξίμου θα μπορούσε να συντονίζει καλύτερα μια κρατική μηχανή κατακερματισμένη επί δεκαετίες. Η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και το κατά τον πρωθυπουργό «ολίσθημα» της ΕΥΠ σημαίνει όμως ότι, όταν το σύστημα αποτυγχάνει, το επιχείρημα της απόστασης από το κέντρο γίνεται δυσκολότερο.

Λίγους μήνες αργότερα, η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα και την ευθύνη του κράτους θα επέστρεφε με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023, η σύγκρουση επιβατικής και εμπορικής αμαξοστοιχίας στα Τέμπη στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους, οι περισσότεροι τους εξαιρετικά νέοι, στην αρχή της ενήλικης ζωής. Ο υπουργός Μεταφορών Κώστας Καραμανλής παραιτήθηκε. Λίγες ημέρες αργότερα ο Μητσοτάκης ζήτησε «μια μεγάλη συγγνώμη», προσωπικά και στο όνομα όσων είχαν κυβερνήσει τη χώρα, και αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να κρυφτεί πίσω από το ανθρώπινο λάθος.

Τα Τέμπη χτύπησαν ακριβώς στον πυρήνα της κυβερνητικής υπόσχεσης. Η Νέα Δημοκρατία δεν είχε εκλεγεί μόνο για να μειώσει φόρους ή να φέρει επενδύσεις. Είχε υποσχεθεί ότι ένα κράτος παγιδευμένο επί δεκαετίες σε καθυστερήσεις, πελατειακές λογικές και αδράνεια μπορούσε επιτέλους να λειτουργήσει. Κι όμως, τρεις μήνες μετά την καταστροφή, ο Μητσοτάκης κέρδισε ξανά τις εκλογές και στη δεύτερη αναμέτρηση του Ιουνίου η Νέα Δημοκρατία πήρε 40,56% και αυτοδυναμία.

Πολιτική ανθεκτικότητα και κυβερνησιμότητα

Αυτό είναι κρίσιμο για να καταλάβει κανείς την πολιτική του ανθεκτικότητα. Ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος μπόρεσε να διαχωρίσει την οργή για μια κρατική αποτυχία από το ερώτημα ποιος θεωρούσε ότι μπορεί να κυβερνήσει. Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και η απουσία ισχυρού εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου συνέβαλαν καθοριστικά. Ο Μητσοτάκης είχε ταυτόχρονα καταφέρει να μετατρέψει την κυβερνησιμότητα σε σημαντικό μέρος της πολιτικής του πρότασης.

Η υπόθεση των Τεμπών παραμένει ανοιχτό κοινωνικό και θεσμικό τραύμα, με τη συζήτηση για τις ευθύνες, τις καθυστερήσεις και τη λειτουργία του κράτους να επιστρέφει διαρκώς. Και αυτό σημαίνει ότι το 2027 δεν θα αντιμετωπίσει τον Μητσοτάκη όπως τον αντιμετώπισε το 2023: ως πρωθυπουργό μιας πρώτης τετραετίας που ζητούσε να ολοκληρώσει το σχέδιό του, αλλά ως ηγέτη που θα έχει κυβερνήσει οκτώ χρόνια και θα πρέπει να αναλάβει το σύνολο του απολογισμού τους.

Διαχείριση κρίσεων: μετωπική σύγκρουση ή απορρόφηση των κραδασμών;

Εδώ αρχίζει να διακρίνεται μια ενδιαφέρουσα διαφορά στον τρόπο με τον οποίο οι δύο άνδρες διαχειρίζονται την πολιτική πίεση. Ο Μακρόν, όταν η πολιτική του βάση συρρικνωνόταν, επέλεγε συχνά τη μετωπική σύγκρουση: επέμενε στη μεταρρύθμιση, χρησιμοποιούσε τις ισχυρές εξουσίες της Πέμπτης Δημοκρατίας, άλλαζε πρωθυπουργούς, αναλάμβανε προσωπικά το ρίσκο. Ο Μητσοτάκης έδειξε συχνότερα προτίμηση στην απορρόφηση του κραδασμού: αλλαγή προσώπων, διορθωτικές κινήσεις, μετατόπιση της ατζέντας, επιστροφή στην οικονομία και, πάνω απ' όλα, στο επιχείρημα της κυβερνητικής σταθερότητας.

Δεν απέφευγε όλες τις συγκρούσεις. Ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών είναι ίσως το καθαρότερο παράδειγμα, αλλά και μια ενδιαφέρουσα περίπτωση του τρόπου με τον οποίο ο Μητσοτάκης προχωρεί σε μια μεταρρύθμιση και στη συνέχεια μετρά και διαχειρίζεται το πολιτικό της κόστος. Τον Φεβρουάριο του 2024 έφερε τον νόμο γνωρίζοντας ότι προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις στην Εκκλησία και σε τμήμα της Νέας Δημοκρατίας, επιτρέποντας στους διαφωνούντες βουλευτές του να απέχουν. Η Ελλάδα έγινε έτσι η πρώτη χώρα με ορθόδοξη χριστιανική πλειοψηφία που νομιμοποίησε τον γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.

Η συνέχεια, ωστόσο, έχει εξίσου πολιτικό ενδιαφέρον. Μετά τις ευρωεκλογές του 2024 ο Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι η μεταρρύθμιση είχε ενοχλήσει ένα παραδοσιακό κομμάτι των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας περισσότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει η κυβέρνηση και ξεκαθάρισε ότι δεν σχεδιάζει άλλες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο. Αργότερα δήλωσε ότι κατά την άποψή του «υπάρχουν δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό», ενώ ακόμη και το 2026, όταν η συζήτηση επέστρεψε με αφορμή αναφορά σε οικογένεια ομόφυλου ζευγαριού σε σχολικό βιβλίο, υπερασπίστηκε μεν τον νόμο για τον γάμο, επιχείρησε όμως να κλείσει τη συζήτηση περί μιας ευρύτερης «woke ατζέντας». Δεν πήρε πίσω τη μεταρρύθμιση· έδειξε όμως αρκετά καθαρά μέχρι πού ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει.

Αυξάνοντας το διακύβευμα μπροστά στην κρίση

Οι ευρωεκλογές του 2024 έδωσαν ίσως το καθαρότερο παράδειγμα της διαφορετικής πολιτικής τους ιδιοσυγκρασίας: και οι δύο βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα δυσάρεστο εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά αντέδρασαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Στη Γαλλία, μετά τη μεγάλη νίκη της Εθνικής Συσπείρωσης στις ευρωεκλογές, ο Μακρόν διέλυσε την Εθνοσυνέλευση το ίδιο βράδυ και προκήρυξε εκλογές, σε μία κίνηση απόγνωσης ή και πολιτικού εκβιασμού και ενώ η χώρα ετοιμαζόταν σε δύο μήνες για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στο Παρίσι. Η απόφαση αιφνιδίασε ακόμη και στενούς συνεργάτες του. Ήταν ίσως η πιο μακρονική κίνηση της προεδρίας του: μπροστά σε μια κρίση, αύξησε το διακύβευμα. Αντί να περιμένει, τίναξε την τράπουλα στον αέρα.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που ευχόταν. Η Εθνοσυνέλευση βγήκε ακόμη πιο κατακερματισμένη, χωρίς απόλυτη πλειοψηφία, εγκαινιάζοντας μια περίοδο πολιτικής αστάθειας που θα έκανε ακόμη δυσκολότερα τα τελευταία χρόνια της προεδρίας του.

Στην Ελλάδα, η Νέα Δημοκρατία έχασε επίσης σημαντικό μέρος της δύναμής της στις ίδιες ευρωεκλογές, πέφτοντας στο 28,31%, από 40,56% στις εθνικές εκλογές έναν χρόνο νωρίτερα. Ο Μητσοτάκης έκανε ακριβώς το αντίθετο: δεν προσέφυγε σε πρόωρες κάλπες. Άλλαξε την κυβέρνηση, επιχείρησε να διαβάσει το μήνυμα προς τα δεξιά αλλά και προς την καθημερινότητα και κράτησε τον πολιτικό χρόνο.

Φυσικά εδώ δεν υπερισχύει η διαφορά στην ιδιοσυγκρασία αλλά το γεγονός ότι μιλάμε για δύο διαφορετικά Συντάγματα, δύο διαφορετικά πολιτικά συστήματα, δύο διαφορετικές κοινοβουλευτικές πραγματικότητες. Είναι όμως και δύο διαφορετικές μέθοδοι διαχείρισης της εξουσίας: ο Μακρόν συχνά επιταχύνει μπροστά στο αδιέξοδο, ενώ ο Μητσοτάκης έχει δείξει μεγαλύτερη προτίμηση στην προσπάθεια να κερδίσει χρόνο και να απορροφήσει την πίεση χωρίς να εγκαταλείψει τον βασικό πολιτικό του άξονα. Στο μεταξύ, η Ευρώπη είχε αλλάξει ξανά.

Γκωλική καχυποψία και ατλαντισμός

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 έφερε την Αθήνα και το Παρίσι στην ίδια πλευρά ως προς το θεμελιώδες: καταδίκη της εισβολής, στήριξη στην Ουκρανία, υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας. Αλλά οι δύο άνδρες δεν ήταν ποτέ ταυτόσημοι. Ο Μακρόν διατήρησε μια βαθύτερη, γκωλική καχυποψία απέναντι στην απόλυτη στρατηγική εξάρτηση της Ευρώπης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Μητσοτάκης, παρότι υιοθέτησε μεγάλο μέρος του λεξιλογίου περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, παρέμεινε σαφέστερα ατλαντιστής και επένδυσε ταυτόχρονα στην ελληνοαμερικανική σχέση.

Για τον Μακρόν, η στρατηγική αυτονομία εμπεριείχε και την ιδέα μιας Ευρώπης ικανής να ενεργεί ανεξάρτητα από την Ουάσιγκτον. Για τον Μητσοτάκη μπορούσε να σημαίνει κυρίως έναν ισχυρότερο ευρωπαϊκό πυλώνα μέσα στη διατλαντική συμμαχία. Αυτή η διαφορά έχει σημασία επειδή μας εμποδίζει να κατασκευάσουμε εκ των υστέρων δύο πολιτικούς διδύμους -δεν υπήρξαν ποτέ κάτι τέτοιο. Η σχέση τους ήταν ισχυρή ακριβώς επειδή δεν απαιτούσε ιδεολογική ταύτιση. Απαιτούσε αρκετά κοινά συμφέροντα και την ρομαντική επίκληση μιας μακροχρόνιας φιλίας και σχέσης εκτίμησης μεταξύ των δυο χωρών.

Η μεταμόρφωση της Ευρώπης και η στάση Μακρόν και Μητσοτάκη

Η Ευρώπη δανείστηκε από κοινού επειδή μια πανδημία σταμάτησε την οικονομία της. Είδε τον πόλεμο να επιστρέφει στην ήπειρο. Άρχισε να συζητά για εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε εξοπλισμούς, για πυρομαχικά, αμυντική βιομηχανία, στρατηγικές πρώτες ύλες, τεχνολογική εξάρτηση από την Κίνα και το ενδεχόμενο να μην μπορεί να βασίζεται επ' αόριστον στην αμερικανική ομπρέλα με τον τρόπο που το έκανε επί δεκαετίες.

Το μεταναστευτικό μετακίνησε μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος προς αυστηρότερες θέσεις. Η πράσινη μετάβαση συνάντησε την αντίσταση του κόστους ζωής και της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας. Η ακροδεξιά, αντί να εξαφανιστεί μπροστά στην αποτελεσματικότητα ενός φιλελεύθερου κέντρου, έγινε ισχυρότερη σε πολλές χώρες. Μέσα σε αυτή τη μεταμόρφωση άλλαξαν και οι δύο.

Ο Μακρόν του 2017 μιλούσε πρωτίστως για την Ευρώπη που πρέπει να τολμήσει. Ο Μακρόν της τελευταίας περιόδου μιλά όλο και περισσότερο για την Ευρώπη που πρέπει να μπορεί να επιβιώσει.

Ο Μητσοτάκης του 2019 παρουσίαζε κυρίως ένα σχέδιο οικονομικού εκσυγχρονισμού, ψηφιακού κράτους, επενδύσεων, χαμηλότερων φόρων και επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Ο Μητσοτάκης που πλησιάζει στο 2027 μιλά πολύ περισσότερο για άμυνα, σύνορα, γεωπολιτική σταθερότητα και την αξία μιας κυβέρνησης που μπορεί να αποφασίζει γρήγορα σε έναν επικίνδυνο κόσμο.

Και οι δύο ξεκίνησαν από την πεποίθηση ότι το πολιτικό κέντρο μπορεί να γίνει ξανά τολμηρό, αποτελεσματικό, μεταρρυθμιστικό. Και οι δύο ανακάλυψαν ότι η αποτελεσματικότητα από μόνη της δεν εξαφανίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια.

Ερωτήματα υπαρξιακά

Στη Γαλλία, το ερώτημα αυτό έχει πλέον σχεδόν υπαρξιακή διάσταση για τον μακρονισμό. Ο Μακρόν εξελέγη δύο φορές απέναντι στη Μαρίν Λεπέν. Φτάνει όμως στο τέλος της δεύτερης θητείας του με την Εθνική Συσπείρωση όχι εξαφανισμένη αλλά εγκατεστημένη στο κέντρο της γαλλικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Το ερώτημα για την κληρονομιά του δεν είναι μόνο ποιες μεταρρυθμίσεις έκανε, αλλά και αν το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Η μακρά διάρκεια της εξουσίας παράγει τη δική της φθορά. Η ακρίβεια και το στεγαστικό δοκιμάζουν την καθημερινότητα, τα Τέμπη παραμένουν τραύμα, οι υποκλοπές και οι ευρωπαϊκές επικρίσεις για ζητήματα κράτους δικαίου έχουν αφήσει θεσμική σκιά, ενώ στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας έχει δημιουργηθεί μεγαλύτερος πολιτικός χώρος. Ταυτόχρονα, η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη

Γι' αυτό ίσως η επίσκεψη του Μακρόν στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2026 προσφέρει την καλύτερη εικόνα για το πού κατέληξε αυτή η οκταετής σχέση. Οι δύο άνδρες κάθισαν στη Ρωμαϊκή Αγορά και συζήτησαν δημόσια για το μέλλον της Ευρώπης, σε μια στιγμή κατά την οποία οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες μετακινούνταν. Μίλησαν για στρατηγική αυτονομία, ευρωπαϊκή άμυνα, ανταγωνιστικότητα, την ικανότητα της Ευρώπης να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Το επόμενο πρωί πήγαν μαζί στον Πειραιά και ανέβηκαν στη φρεγάτα «Κίμων», την πρώτη Belharra που είχε ήδη ενταχθεί στον ελληνικό στόλο. Πάνω από τον Πειραιά πέταξαν δύο Rafale. Ο Μητσοτάκης παρατήρησε αργότερα ότι αυτό που Ελλάδα και Γαλλία είχαν κάνει το 2021 ήταν, κατά τη δική του ανάγνωση, εφαρμογή της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας πριν αυτή γίνει κεντρική ευρωπαϊκή πολιτική.

Η εικόνα έχει υπερβολική συμβολική καθαρότητα. Το 2019, στο Ελιζέ, ο νέος Έλληνας πρωθυπουργός δανειζόταν από τον Μακρόν τη φράση «μια Ευρώπη που προστατεύει». Το 2021 περπατούσαν μαζί στο Λούβρο, ανάμεσα στον Ντελακρουά και στα ίχνη δύο αιώνων γαλλικού φιλελληνισμού, και την επομένη υπέγραφαν συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής. Το 2026 κάθονταν ανάμεσα στα ερείπια της Ρωμαϊκής Αγοράς συζητώντας για την ευρωπαϊκή κυριαρχία και λίγες ώρες αργότερα στέκονταν πάνω σε μια γαλλικής κατασκευής φρεγάτα του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Από τον Ντελακρουά στις Belharra, η απόσταση είναι μικρότερη απ' όσο φαίνεται. Και τώρα φτάνουν στο τέλος αυτής της κοινής πολιτικής διαδρομής από αντίθετες κατευθύνσεις.

Ο Μακρόν φτάνει στο τέλος της δεύτερης θητείας του αντιμέτωπος με μια σκληρή πολιτική ειρωνεία: το 2017 εμφανίστηκε ως το ισχυρότερο ανάχωμα στην άνοδο της Λεπέν και τη νίκησε δύο φορές, αφήνοντας όμως πίσω του το ερώτημα αν ο μακρονισμός μπορεί να υπάρξει χωρίς τον ίδιο. Ο Μητσοτάκης δεν αναζητεί διάδοχο αλλά περισσότερο χρόνο. Το 2027 θα ζητήσει από μια κοινωνία που θα έχει ζήσει οκτώ χρόνια υπό την κυβέρνησή του άλλα τέσσερα, αντιπαραθέτοντας την οικονομία, τη σταθερότητα και τη διεθνή θέση της χώρας στη φθορά μιας μακράς εξουσίας, το κόστος ζωής και της στέγης, τις θεσμικές πληγές και όσα εξακολουθούν να δοκιμάζουν την υπόσχεση ενός κράτους που λειτουργεί.

Θα φτάσουν έτσι στην άνοιξη του 2027 σε μια Ευρώπη πολύ διαφορετική από εκείνη στην οποία συναντήθηκαν ως ηγέτες: πιο οπλισμένη, περισσότερο ανήσυχη, με τον πόλεμο ξανά στο έδαφός της, την ακροδεξιά ισχυρότερη και το φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κέντρο να αναζητεί εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το 2019, στην πρώτη του επίσκεψη στο Ελιζέ, ο Μητσοτάκης δανείστηκε από τον Μακρόν τη φράση «μια Ευρώπη που προστατεύει». Οκτώ χρόνια αργότερα, το ερώτημα είναι δυσκολότερο: τι μέλλον έχει το πολιτικό σχέδιο που εκπροσώπησαν σε μια Ευρώπη πολύ διαφορετική από εκείνη που τους έφερε στην εξουσία.

Ειδήσειςαπό την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Βαθμός Πρωτοτυπίας

91

91.0

Πρώτη ΔημοσίευσηΠρωτότυπο
Χρονική Προτεραιότητα100/100 · βάρος 45%
Βάθος Περιεχομένου100/100 · βάρος 15%
Μοναδικές Πληροφορίες100/100 · βάρος 25%
Ποιότητα Πηγής40/100 · βάρος 15%

Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 08:38

Πώς διαδόθηκε

1 δημοσίευση από 1 μέσο