Ρεύμα: Στο 3,9% του εισοδήματος το κόστος για τα ελληνικά νοικοκυριά

Ρεύμα: Στο 3,9% του εισοδήματος το κόστος για τα ελληνικά νοικοκυριά
Η πτώση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μετά την ενεργειακή κρίση του 2022 δεν μεταφέρθηκε με την ίδια ταχύτητα στους λογαριασμούς των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, όπως προκύπτει από την έκθεση ACER-CEER 2026 για τις λιανικές αγορές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου.
Για την Ελλάδα, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι το βάρος του ηλεκτρικού ρεύματος στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το 2025, η δαπάνη ενός νοικοκυριού μέσου εισοδήματος και μέσης κατανάλωσης αντιστοιχούσε στο 3,9% του εισοδήματός του, ποσοστό που τοποθετεί τη χώρα μαζί με την Τσεχία και τη Σουηδία στο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των αγορών που εξετάζει η έκθεση.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα παραμένει άνιση. Οι λιανικές τιμές λειτούργησαν ως ένα βαθμό σαν «φίλτρο» όταν η χονδρική εκτινάχθηκε το 2022, καθώς οι αυξήσεις δεν πέρασαν εξ ολοκλήρου στους καταναλωτές. Οταν όμως η αγορά άρχισε να αποκλιμακώνεται, η πτώση πέρασε στους λογαριασμούς με μεγαλύτερη καθυστέρηση.
Το 2025, οι ονομαστικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ε.Ε. παρέμεναν κοντά στα υψηλά επίπεδα της περιόδου μετά την ενεργειακή κρίση. Αντίθετα, οι τιμές για τους μη οικιακούς καταναλωτές, κυρίως τις επιχειρήσεις, είχαν υποχωρήσει αισθητά από την κορύφωση του 2022.
Η απόσταση μεταξύ χονδρικής και τελικού λογαριασμού εξηγείται εν μέρει από τη σύνθεση της λιανικής τιμής. Πέρα από το κόστος της ίδιας της ενέργειας, οι καταναλωτές επιβαρύνονται με χρεώσεις δικτύου, φόρους και τέλη. Οι χρεώσεις δικτύου, μάλιστα, αναμένεται να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάρος τα επόμενα χρόνια, καθώς απαιτούνται αυξημένες επενδύσεις για την αναβάθμιση των υποδομών και την κάλυψη της μεγαλύτερης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η προσιτότητα του ρεύματος δεν εξαρτάται, πάντως, μόνο από την τιμή της κιλοβατώρας. Καθορίζεται και από την κατανάλωση αλλά και από το διαθέσιμο εισόδημα. Σύμφωνα με τον ACER και το CEER, το 2025 η δαπάνη για ηλεκτρικό ρεύμα κυμαινόταν μεταξύ 1,2% και 3,9% του διάμεσου εισοδήματος στις χώρες που εξετάζονται.
Το ελληνικό πρόβλημα του εξηλεκτρισμού
Η Ελλάδα εμφανίζει επίσης υψηλή σχέση μεταξύ της τιμής του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου. Για τα νοικοκυριά, ο λόγος διαμορφώνεται στο 2,8, πάνω από το επίπεδο αναφοράς του 2,5 που χρησιμοποιείται στην έκθεση. Για τους μη οικιακούς καταναλωτές φθάνει στο 3,6, έναντι επιπέδου αναφοράς 2.
Στην πράξη, όσο το ηλεκτρικό ρεύμα παραμένει ακριβό σε σχέση με το φυσικό αέριο, τόσο αποδυναμώνονται τα οικονομικά κίνητρα για μετάβαση σε ηλεκτρικές τεχνολογίες, ακόμη και όταν αυτές είναι ενεργειακά αποδοτικότερες.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει σημαντική αύξηση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας. Το μερίδιο του ηλεκτρισμού στην τελική κατανάλωση ενέργειας προβλέπεται να αυξηθεί από 23% το 2024 σε 32% το 2030 και σε 46% το 2040, καθώς μεγαλύτερο μέρος της θέρμανσης, των μετακινήσεων και της παραγωγικής δραστηριότητας μεταφέρεται στο ηλεκτρικό σύστημα.
Τι μπορούν να κερδίσουν τα νοικοκυριά
Ο ACER δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα δυναμικά τιμολόγια και στη δυνατότητα μεταφοράς της κατανάλωσης σε ώρες κατά τις οποίες η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνότερη.
Για ένα αντιπροσωπευτικό νοικοκυριό με ετήσια κατανάλωση 3.000 kWh, η μέση δυνητική εξοικονόμηση στην Ε.Ε. από την αλλαγή σε δυναμικό τιμολόγιο και την προσαρμογή της κατανάλωσης εκτιμάται περίπου στο 20% του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας ή περίπου στα 120 ευρώ τον χρόνο.
Τα περιθώρια είναι μεγαλύτερα για νοικοκυριά με ηλεκτρικό αυτοκίνητο ή αντλία θερμότητας, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερη ευχέρεια να μεταφέρουν σημαντικό μέρος της κατανάλωσής τους μέσα στην ημέρα.
Για την Ελλάδα, τα σενάρια του ACER δείχνουν δυνητικό όφελος 166 ευρώ ετησίως από την αλλαγή συμβολαίου για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 3.000 kWh και επιπλέον 62 ευρώ από τη μεταφορά της κατανάλωσης σε φθηνότερες ώρες.
Το όφελος, ωστόσο, δεν είναι αυτόματο. Εξαρτάται από τη διακύμανση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, το είδος του συμβολαίου, την ύπαρξη έξυπνου μετρητή και, κυρίως, από το κατά πόσο ο καταναλωτής μπορεί πράγματι να αλλάξει τις ώρες κατανάλωσης.
Η Ελλάδα εντάσσεται, άλλωστε, από την έκθεση στο ανατολικό και νοτιοανατολικό ευρωπαϊκό γκρουπ αγορών, μαζί με χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Κροατία και η Πολωνία, όπου η χονδρεμπορική αγορά χαρακτηρίζεται από υψηλότερη μεταβλητότητα.
Η ίδια μεταβλητότητα μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους, να δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια εξοικονόμησης για όσους μπορούν να μεταφέρουν την κατανάλωσή τους, αλλά και να αυξήσει την έκθεση στον κίνδυνο για όσους δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.
Το στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να αυξηθούν τα δυναμικά και «έξυπνα» προϊόντα στην αγορά. Είναι να μπορούν οι καταναλωτές να τα συγκρίνουν, να κατανοούν τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν και να έχουν τις υποδομές που απαιτούνται για να αξιοποιήσουν πραγματικά τις χαμηλότερες τιμές.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
87.4
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · 17:23
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| 17:17 | Ρεύμα: Στο 3,9% του εισοδήματος το κόστος για τα ελληνικά νοικοκυριάmoneyreview · πρώτο |