Για την έφοδο στο σπίτι της βουλεύτριας Ίλχαν Ομάρ και το άγνωστο ζώο του αυταρχισμού

Για την έφοδο στο σπίτι της βουλεύτριας Ίλχαν Ομάρ και το άγνωστο ζώο του αυταρχισμού
Από τον εκφοβισμό πολιτικών αντιπάλων έως τη βία στους δρόμους: Η σταδιακή υπονόμευση της αμερικανικής δημοκρατίας εκ των έσω
Λέξεις: Μ. Μπ.*
Είναι εύκολο να πούμε ότι η έφοδος ομοσπονδιακών πρακτόρων στο σπίτι της βουλεύτριας Ίλχαν Ομάρ, στις 12 Οκτωβρίου είναι μια ακόμη προσωπική βεντέτα του Τραμπ. Η βουλεύτρια από τη Μινεσότα έφτασε στις ΗΠΑ ως παιδί πρόσφυγας από τη Σομαλία και απέκτησε την αμερικανική ιθαγένεια με χαρτιά που κατέθεσε ο πατέρας της. Αργότερα εξελέγη στο Κογκρέσο και βρίσκεται για χρόνια στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου.
Αυτή τη φορά όμως δεν πρόκειται για μια ακόμη λεκτική επίθεση. Ομοσπονδιακοί πράκτορες πραγματοποίησαν χθες έρευνα στην κατοικία της στην Ουάσιγκτον με δικαστικό ένταλμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η έρευνα υποτίθεται αφορούσε στα μεταναστευτικά έγγραφα που είχε συμπληρώσει ο πατέρας της όταν η Ομάρ ήταν 12 ετών (σήμερα είναι 44 ετών). Είναι σαφώς μια εκφοβιστική πολιτική δίωξη. Η χρονική συγκυρία, 22 ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, αλλά και το ιστορικό προσωπικών επιθέσεων του Τραμπ δημιουργούν σοβαρές υπόνοιες ότι οι ομοσπονδιακοί διωκτικοί μηχανισμοί χρησιμοποιούνται για την άσκηση πολιτικής πίεσης και τον εκφοβισμό αντιπάλων της κυβέρνησης.
Θα ήταν αφέλεια να θεωρήσουμε ότι οι πιέσεις του Τραμπ για τη διακοπή της καταμέτρησης των ψήφων σε ορισμένες πολιτείες το 2020 (π.χ. Γεωργία) ήταν απλώς μια ακόμη εκδήλωση του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του. Στην πραγματικότητα, οι προσπάθειες ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος επεκτάθηκαν σε επτά πολιτείες, με πιέσεις σε εκλογικούς αξιωματούχους και την οργάνωση εναλλακτικών καταλόγων εκλεκτόρων, προκειμένου να εμποδιστεί η επικύρωση της νίκης του Μπάιντεν.
Είναι επίσης ιστορικά επιπόλαιο να θεωρήσουμε ότι η άρνησή του να αποδεχτεί την εκλογική ήττα του και η εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021 ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Ότι η απονομή χάριτος ή η μετατροπή των ποινών περίπου 1.500 κατηγορουμένων και καταδικασμένων για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, ανάμεσά τους και μέλη βίαιων φασιστικών οργανώσεων, ήταν απλώς μια πράξη μεγαλοψυχίας.
Μπορούμε ακόμη να αντιμετωπίσουμε ως μεμονωμένα περιστατικά όσα συμβαίνουν με την ICE την ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης. Στη Μινεσότα, η επιχείρηση Metro Surge από την ICE, από τον Δεκέμβριο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026, συνοδεύτηκε από καταγγελίες για αυθαίρετες κρατήσεις και τη δολοφονία δύο Αμερικανών πολιτών, της Ρενέ Γκουντ και του Άλεξ Πρέτι, από ομοσπονδιακούς πράκτορες.
Στις 8 Οκτωβρίου, στη συνοικία Marble Hill της Νέας Υόρκης, πράκτορας της ICE πυροβόλησε επτά φορές εναντίον αυτοκινήτου, τραυματίζοντας στον λαιμό τον 28χρονο Όσκαρ Μπελγκάλ. Στο πίσω κάθισμα βρισκόταν το πεντάχρονο παιδί του. Σύμφωνα με την αστυνομία της Νέας Υόρκης, οι πράκτορες φορούσαν πολιτικά, μάσκες και γιλέκα εργασίας και δεν μπορούσαν να ταυτοποιηθούν. Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζόραν Μαμντάνι, κατήγγειλε την επιχείρηση.
Μπορούμε να εξετάζουμε κάθε περιστατικό χωριστά, να το αποδίδουμε σε προσωπικές εμμονές του Τραμπ, στο ιδιόρρυθμο του στυλ και τις πολιτικές υπερβολές του, σε μεμονωμένες αυθαιρεσίες κρατικών οργάνων, υπηρεσιακά λάθη ή απλές συμπτώσεις. Αν όμως τα τοποθετήσουμε στη χρονική τους αλληλουχία, διακρίνεται μια ευρύτερη διαδικασία αυταρχικής διολίσθησης.
Από το Tea Party στο MAGA, από την πρώτη θητεία του Τραμπ στην προσπάθεια ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος του 2020, από την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021 στην πολιτική αποκατάσταση των πρωταγωνιστών της και από εκεί στη δεύτερη θητεία: με τις μαζικές επιχειρήσεις της ICE, τους θανάσιμους πυροβολισμούς Αμερικανών πολιτών από ομοσπονδιακούς πράκτορες, την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων σε αμερικανικές πόλεις, τις έρευνες εναντίον πολιτικών αντιπάλων. Και όλα αυτά συνοδεύονται από τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής: την επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη βίαιη σύλληψη και μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις ΗΠΑ, αλλά και την επίθεση εναντίον του Ιράν και τον αποκλεισμό της Κούβας και την απροκάλυπτη παρέμβαση στις χώρες της Αμερικανικής ηπείρου. Ο Τραμπ, που στην πρώτη του θητεία δεν ξεκίνησε κανέναν νέο μεγάλο πόλεμο, αυτοπαρουσιάστηκε αρχικά ως «πρόεδρος της ειρήνης» και μόλις στο 2ο έτος της 2ης θητείας του ενεπλάκη σε άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον κυρίαρχων κρατών. Όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, η αυταρχική σκλήρυνση στο εσωτερικό συνοδεύεται από επιθετικότερη άσκηση ισχύος στο εξωτερικό.
Δεν πρόκειται για μια ευθύγραμμη ή αναπόφευκτη πορεία προς τη δικτατορία. Πρόκειται όμως για μια διαδικασία που η Νάνσι Μπερμέο έχει περιγράψει ως «δημοκρατική οπισθοδρόμηση» (democratic backsliding). Στη μελέτη On Democratic Backsliding (2016), εξηγεί ότι η υπονόμευση της δημοκρατίας δεν πραγματοποιείται πλέον απαραίτητα με στρατιωτικά πραξικοπήματα ή την κατάργηση των εκλογών, αλλά μπορεί να συντελείται σταδιακά, από εκλεγμένες κυβερνήσεις, μέσα από τη συγκέντρωση εξουσιών, την αποδυνάμωση των θεσμικών ελέγχων ακόμα και με χειραγώγηση των εκλογικών διαδικασιών. Σε μια τέτοια διαδικασία, πρακτικές που παλαιότερα θα θεωρούνταν ακραίες επαναλαμβάνονται, γίνονται σταδιακά ανεκτές και τελικά κανονικοποιούνται.
Η αυταρχική άσκηση εξουσίας λειτουργεί σαν αργό δηλητήριο. Δεν χρειάζεται να καταργήσει τη δημοκρατία από τη μια μέρα στην άλλη. Μπορεί να διαβρώνει τους θεσμούς της, να διευρύνει τις εξουσίες του εκτελεστικού μηχανισμού, να περιορίζει στην πράξη τις εγγυήσεις των πολιτικών δικαιωμάτων και να εξοικειώνει την κοινωνία με την κρατική αυθαιρεσία και την απαίτηση προσωπικής αφοσίωσης στον ηγέτη. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της 10ης Σεπτεμβρίου 2026, σε συγκέντρωση των Ρεπουμπλικανών στο Ντάλας, όταν ο Τραμπ ζήτησε από το πλήθος να σηκώσει το δεξί χέρι και να επαναλάβει μετά από αυτόν μια υπόσχεση προς «τον σπουδαιότερο πρόεδρο στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών», δηλαδή τον ίδιο. Η υπόσχεση αφορούσε τη συμμετοχή στις επερχόμενες εκλογές, αλλά η διατύπωσή της παρέπεμπε σε προσωπική αφοσίωση στον Τραμπ και ανομολόγητα όχι σε δέσμευση απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η συσσώρευσή περιστατικών αυταρχικής αυθαιρεσίας και η μετατόπιση των ορίων του πολιτικά αποδεκτού. Αυτό ίσως να μην σημαίνει την ύπαρξη ενός συνολικού αυταρχικού σχεδίου. Σημαίνει όμως ότι η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην ερμηνεία ενός μεμονωμένου περιστατικού. Πρέπει να εξετάζει τη συνολική κατεύθυνση της άσκησης της εξουσίας.
Είναι ένας ιδιότυπος πολιτικός μιθριδατισμός. Όπως ο οργανισμός αποκτά σταδιακά ανοχή σε μικρές δόσεις δηλητηρίου, έτσι και η κοινωνία μπορεί να συνηθίζει σε ολοένα μεγαλύτερες δόσεις αυταρχισμού. Αυτό που αρχικά προκαλεί σοκ, στη συνέχεια αντιμετωπίζεται ως υπερβολή, έπειτα ως μεμονωμένο περιστατικό και τελικά ως μέρος της πολιτικής κανονικότητας.
Υπάρχει ένα ζήτημα με τις ταμπέλες. Είναι φασισμός, νεοφασισμός, μεταφασισμός ή αυταρχισμός; Οι έννοιες δεν είναι ταυτόσημες και δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται αδιακρίτως. Ο κλασικός φασισμός του Μεσοπολέμου συνδέθηκε με μαζικά παραστρατιωτικά και βίαια κινήματα, την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού και την εγκαθίδρυση μονοκομματικών δικτατοριών. Ο σύγχρονος αυταρχισμός (authoritarianism), τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, αλλά και στην Αφρική, μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές και διαβαθμίσεις, όπως δείχνουν, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οι περιπτώσεις της Ινδίας, της Ουγγαρίας, της Τουρκίας, της Ρωσίας, της Τυνησίας, της Ουγκάντας και της Ζιμπάμπουε. Σε αρκετές από αυτές τις χώρες διατηρούνται εκλογές, αντιπολίτευση και τυπικά δημοκρατικοί θεσμοί, χωρίς αυτό να εγγυάται ουσιαστικό πολιτικό ανταγωνισμό ή αποτελεσματικούς περιορισμούς στην εκτελεστική εξουσία.
Χρειάζεται να διακρίνουμε ανάμεσα στον αυταρχικό λόγο, στις αυταρχικές πρακτικές, στη δημοκρατική οπισθοδρόμηση και στα αυταρχικά καθεστώτα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Γι’ αυτό έχει σημασία να εξετάζουμε όχι μόνο τι λένε οι πολιτικοί ηγέτες, αλλά τι κάνουν, ποιους θεσμούς μεταβάλλουν και ποιες συνέπειες έχουν οι πολιτικές τους.
Ο Μπέρνι Σάντερς χαρακτηρίζει με συνέπεια τον Τραμπ authoritarian, δηλαδή αυταρχικό. Υποστηρίζει ότι επιχειρεί να εκφοβίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, τα μέσα ενημέρωσης και όσους διαφωνούν μαζί του, αξιοποιώντας τόσο τις δικαστικές διαδικασίες όσο και τους μηχανισμούς της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι αγωγές δισεκατομμυρίων δολαρίων εναντίον των New York Times και της Wall Street Journal, οι δικαστικές διαμάχες με τα τηλεοπτικά δίκτυα ABC και CBS. Οι πρακτικές αυτές δεν αποτελούν απλώς προσωπικές αντιπαραθέσεις του προέδρου με δημοσιογράφους, αλλά απειλή για την «ελευθερία του Τύπου» και τη δημοκρατική λογοδοσία. Η προσέγγιση αυτή του Σάντερς μεταφέρει τη συζήτηση από τις ιστορικές αναλογίες στις συγκεκριμένες πρακτικές άσκησης της εξουσίας.
Ενώ είμαστε μόλις στο 2ο έτος της 2ης θητείας του Τραμπ, υπάρχει σαφώς κίνδυνος παραπέρα της αυταρχικής διολίσθησης: όχι μόνο στην αυθαιρεσία της εξουσίας, αλλά και στη σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με αυτήν. Η δημοκρατία δεν χάνει μόνο θεσμικές εγγυήσεις. Χάνει και την κοινωνική ευαισθησία που είναι απαραίτητη για την υπεράσπισή τους. Είναι το παράδοξο του μιθριδατισμού: ενώ ο οργανισμός συνηθίζει το δηλητήριο για να επιβιώσει, μια δημοκρατία που συνηθίζει τον αυταρχισμό μπορεί τελικά να χάσει την ικανότητά της να αντιδράσει.
Υπάρχουν υπερβολές στον πολιτικό λόγο της Αριστεράς? Ναι υπάρχουν. Ο χαρακτηρισμός κάθε συντηρητικής κυβέρνησης (π.χ. Μελόνι) ως φασιστικής δεν βοηθά στην κατανόηση των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων. Αλλά από αυτή τη διαπίστωση μέχρι τον ισχυρισμό ότι ο κίνδυνος για εγκαθίδρυση αυταρχικών καθεστώτων διαφόρων βαθμού αποτελεί απλώς μια γλωσσική κατασκευή της Αριστεράς υπάρχει μεγάλη απόσταση. Ο αυταρχισμός δεν δημιουργείται επειδή κάποιοι τον ονομάζουν ούτε εξαφανίζεται επειδή αρνούνται τον χαρακτηρισμό. Η ύπαρξη και η έκτασή του κρίνονται από τα πραγματικά γεγονότα.
Και τα γεγονότα στις Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν να εξετάσουμε σοβαρά τη διαδρομή από την αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος του 2020 μέχρι τις σημερινές επιχειρήσεις των ομοσπονδιακών υπηρεσιών και την έρευνα στην κατοικία μιας εκλεγμένης βουλεύτριας τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε την εμφάνιση ενός νέου Μουσολίνι για να δούμε την αυταρχική διολίσθηση. Ούτε να περιμένουμε την κατάλυση της δημοκρατίας για να διαπιστώσουμε ότι οι θεσμοί και οι ελευθερίες της μπορεί να βρίσκονται υπό πίεση.
Αν θέλουμε εμπειρική επαλήθευση και όχι ιδεολογικές βεβαιότητες, αυτή πρέπει να αφορά την εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών και όχι την επιβεβαίωση ή τη διάψευση μιας απλουστευτικής ιστορικής αναλογίας με τον φασισμό του Μεσοπολέμου.
Όταν εμφανίζονται νέα φαινόμενα, έχουμε την τάση να τα κατανοούμε με τις έννοιες και τις κατηγορίες που ήδη γνωρίζουμε. Όταν ο Τζέιμς Κουκ αντίκρισε για πρώτη φορά ένα καγκουρό στην Αυστραλία, το 1770, προσπάθησε να το περιγράψει συγκρίνοντάς το με γνωστά ευρωπαϊκά ζώα: έμοιαζε με λαγωνικό, θύμιζε άγριο σκυλί, αλλά πηδούσε σαν λαγός. Δεν διέθετε ακόμη την κατάλληλη κατηγορία για να περιγράψει αυτό που έβλεπε. Κάτι ανάλογο συμβαίνει όταν επιχειρούμε να κατανοήσουμε τις σύγχρονες μορφές αυταρχισμού αποκλειστικά μέσα από τις ιστορικές κατηγορίες του φασισμού του Μεσοπολέμου. Οι αναλογίες δεν πρέπει να μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός νέου πολιτικού φαινομένoυ.
Βαθμός Πρωτοτυπίας
89.8
Μέθοδος: αυτόματοι κανόνες · έκδοση score-cluster-v1 · χθες 21:18
Πώς διαδόθηκε
1 δημοσίευση από 1 μέσο
| Ώρα | Τίτλος |
|---|---|
| χθες 21:16 | Για την έφοδο στο σπίτι της βουλεύτριας Ίλχαν Ομάρ και το άγνωστο ζώο του αυταρχισμούParallaxi · πρώτο |